14/09/2026
▬▬▬[2/2] Λέων Μπατής: για πρώτη φορά στα ελληνικά ολόκληρο το ρουμανικό ρεπορτάζ της επιστροφής▬▬▬
Ο Λέων Μπατής και οι άλλοι Έλληνες επιζώντες
Συντάκτης: René Theo (Ρενέ Θεοδοσιάδης)
Εφημερίδα Fapta, Τρίτη 13 Μαρτίου 1945, σελ. 1 και 3, Βουκουρέστι.
Στη φωλιά του θανάτου στο Άουσβιτς
— ΟΙ ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΤΙΚΕΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΠΙΖΩΝΤΩΝ
ΑΠΟ ΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ —
Ο φούρνος που έκαιγε ανθρώπους. — Μύλος για το άλεσμα των οστών. — Ένα κρεματόριο ανατινάχθηκε. — Οι κρατούμενοι ήταν πειραματόζωα.
Ένα συγκλονιστικό ρεπορτάζ του RENE THEO
Οι πρώτοι επιζώντες από τα βασανιστήρια των γερμανικών στρατοπέδων θανάτου στην Πολωνία πέρασαν από το Βουκουρέστι, κατευθυνόμενοι προς τη χώρα τους. Πρόκειται για έξι Έλληνες πολίτες που γλίτωσαν ως εκ θαύματος από το στρατόπεδο του Άουσβιτς, στα πολωνογερμανικά σύνορα. Οι αφηγήσεις τους είναι ανατριχιαστικές. Δύο εξ αυτών εργάστηκαν στους φούρνους που έκαιγαν ανθρώπους. Οι διηγήσεις τους ξεπερνούν ακόμη και την πιο δημιουργική φαντασία. Στο ρεπορτάζ που ακολουθεί θα φανεί ο εγκληματικός ρόλος που είχαν τα τάγματα των SS σε αυτά τα εργοστάσια του θανάτου.
Κι αν μέχρι τώρα υπήρχαν ακόμη άνθρωποι που αμφέβαλλαν για την ύπαρξη αυτών των κρεματορίων που έκαιγαν ανθρώπους –δαιμονικό δημιούργημα της ναζιστικής παραφροσύνης–, τα ρεπορτάζ μας, χωρίς τεχνάσματα, βασίζονται στις αφηγήσεις των επιζώντων και θα είναι διαφωτιστικά.
ΤΟ «ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ» ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
24 Μαρτίου 1944!
Σε ολόκληρη την Ελλάδα η Γκεστάπο εξαπολύει διωγμό εναντίον των Εβραίων, καθώς και των ανταρτών που πολεμούσαν στα βουνά της Μακεδονίας, της Κρήτης και της Πελοποννήσου. Συνελήφθησαν γυναίκες, ηλικιωμένοι και παιδιά. Όλοι όσοι πιάστηκαν μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου, στην Αθήνα.
Συνολικά υπέστησαν διωγμό πάνω από 100.000 άνθρωποι. Στις 30 Μαρτίου, βαγόνια κλεισμένα με μολυβδοσφραγίδες ξεκίνησαν με το ανθρώπινο φορτίο τους προς το άγνωστο.
Στις 11 Απριλίου το «εμπόρευμα» φτάνει κοντά στο Άουσβιτς της Σιλεσίας. Αυτή η πόλη, που αριθμεί 20.000 κατοίκους και βρίσκεται στα σύνορα της Πολωνίας με τη Γερμανία, μετατράπηκε από τους χιτλερικούς σε ένα από τα μεγαλύτερα στρατόπεδα θανάτου, όπου λειτουργούσαν έξι κρεματόρια. Η μικρή πόλη όπου βρισκόταν το στρατόπεδο ονομάζεται Μπιρκενάου. Οι έξι σημερινοί επιζώντες που είδαν αυτή τη φωλιά του θανάτου ονομάζονται: Λέων Μπατής, υφασματέμπορος από την Αθήνα, πλατεία Καπνικαρέας 3· Χαΐμ Κάλβος, έμπορος δημητριακών από τη Νέα Ορεστιάδα της Θράκης· Ιωσήφ Ταραμπουλούς, έμπορος δημητριακών από το Διδυμότειχο· Ισαάκ Κανέτι, εργάτης από το Διδυμότειχο· Μεναχέμ Κοέν, ελαιοχρωματιστής από τη Θεσσαλονίκη· και Μωρίς Σουλεμά, εργάτης από τη Θεσσαλονίκη.
Όλοι είναι άνθρωποι ηλικίας 30-45 ετών· στο πρόσωπό τους είναι χαραγμένος ο πόνος από όσα υπέμειναν.
ΣΤΗ ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Μόλις έφτασαν σε αυτή τη φωλιά του θανάτου, υποβλήθηκαν αμέσως σε διαλογή: οι υγιείς, οι γεροί και οι ικανοί για εργασία χωρίστηκαν από τις γυναίκες, τα παιδιά κάτω των 14 ετών και τους ηλικιωμένους, που οδηγήθηκαν στα κρεματόρια του στρατοπέδου.
Όσοι επρόκειτο να «ΖΗΣΟΥΝ» κρατούνταν επί 30 ώρες σε καραντίνα, γυμνοί, για να τους χορηγηθούν με ένεση διάφοροι οροί, και κατόπιν υποβάλλονταν σε αποπαρασίτωση.
Έπειτα τους κατένειμαν σε διάφορες εργασίες: άλλους στα κρεματόρια, άλλους στα υπόγεια εργοστάσια αεροπλάνων και άλλους στα ανθρακωρυχεία.
Η τροφή τους αποτελούνταν από κάτι σαν καροτόσουπα, το ένα τέταρτο ενός ψωμιού και 50 γραμμάρια σαλάμι. Η δουλειά άρχιζε στις 4 και μισή το πρωί και τελείωνε στις 8 το βράδυ. Μια αποκτηνωτική δουλειά, που τις περισσότερες φορές κατέβαλλε τα θύματα, και ο τελευταίος τους δρόμος οδηγούσε στους... φούρνους που έκαιγαν ανθρώπους.
ΠΩΣ ΗΤΑΝ ΧΩΡΙΣΜΕΝΟ ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Η επιφάνεια στην οποία εκτεινόταν το στρατόπεδο θανάτου του Άουσβιτς ήταν 40 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η σιδηροδρομική γραμμή περνούσε από τη μέση του στρατοπέδου, το οποίο ήταν χωρισμένο σε 6 τμήματα, καθένα από τα οποία στέγαζε μια κατηγορία ανθρώπων. Αυτή η «μάντρα», πάνω από την οποία απλώνονταν ζοφερά τα φτερά του θανάτου, περιβαλλόταν από συρματόπλεγμα που βρισκόταν διαρκώς υπό ισχυρό ηλεκτρικό ρεύμα υψηλής τάσης. Γύρω από το στρατόπεδο υπήρχαν μόνιμες θέσεις πολυβόλων, με τις κάννες στραμμένες προς τον περιφραγμένο χώρο με τους ανθρώπους. Σε μια αυλή κρατούσαν πεινασμένα χιλιάδες σκυλιά, ειδικά εκπαιδευμένα για να κυνηγούν τους δραπέτες. Κάθε απόπειρα απόδρασης ήταν αδύνατη. Κι όμως, χιλιάδες απελπισμένοι προτίμησαν το ηλεκτρικό ρεύμα, το πολυβόλο ή το κατασπάραγμα από τα άγρια σκυλιά, παρά να υπομένουν μια τέτοια ζωή.
Στα δύο άκρα του στρατοπέδου υπήρχαν από δύο κρεματόρια σε κάθε πλευρά, ενώ άλλα δύο ήταν στο κοντινό δάσος.
Εδώ βρίσκονταν συγκεντρωμένοι όλοι οι λαοί του κόσμου: Πολωνοί, Γάλλοι, Ρώσοι, Τσέχοι, Βέλγοι, Ολλανδοί, Ιταλοί, Έλληνες, Γιουγκοσλάβοι, Ούγγροι, Τσιγγάνοι, ακόμη και Γερμανοί.
Αμέσως μετά την άφιξη στο στρατόπεδο, χάραζαν με τατουάζ στα θύματα έναν αύξοντα αριθμό στο αριστερό μπράτσο. Το άτομο έχανε την ταυτότητά του και ήταν πλέον γνωστό με αυτόν τον αριθμό. Ένας αριθμός και μια ριγέ στολή, με σχεδιασμένο έναν μεγάλο κόκκινο σταυρό στην πλάτη, ώστε να διακρίνεται από μακριά. Αυτοί ήταν οι άνθρωποι χωρίς ταυτότητα που ζούσαν στο στρατόπεδο θανάτου του Άουσβιτς.
ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣΑΝ ΤΑ ΚΡΕΜΑΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΕΚΑΙΓΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ
Ο Μεναχέμ Κοέν από τη Θεσσαλονίκη εργάστηκε σε αυτά τα κρεματόρια και γλίτωσε από θαύμα, χάρη στην αστραπιαία προέλαση του σοβιετικού στρατού. Οι αποκαλύψεις του είναι συγκλονιστικές:
Όσοι μεταφέρονταν για να καούν δεν ήξεραν ότι έκαναν την τελευταία τους διαδρομή. Τους έλεγαν ότι πηγαίνουν για μπάνιο. Στο λουτρό του θανάτου, στην πραγματικότητα. Τα θύματα οδηγούνταν σε έναν τεράστιο χώρο, όπου γδύνονταν, και έπειτα περνούσαν σε έναν άλλο χώρο, φωτισμένο από πολλούς ηλεκτρικούς λαμπτήρες, χωρίς κανένα παράθυρο. Μόλις το τελευταίο θύμα περνούσε το κατώφλι, η σιδερένια πόρτα έκλεινε ερμητικά. Τότε διοχετευόταν το αέριο και η ασφυξία διαρκούσε 10-12 λεπτά. Μπορούσε κανείς να διακρίνει τους στεναγμούς, τις κραυγές και τους επιθανάτιους ρόγχους. Αφού εξοντώνονταν τα θύματα, άνοιγαν οι πόρτες και έμπαιναν ομάδες εργατών του στρατοπέδου, επιφορτισμένες να μεταφέρουν τα πτώματα, σέρνοντάς τα από τα πόδια ή σηκώνοντάς τα με το φτυάρι, σε ένα χώρο όπου βρισκόταν το κυρίως κρεματόριο. Εδώ τα πτώματα ρίχνονταν σε βαθιά καμίνια, με διαστάσεις 25x25 μέτρα. Αφού τελείωνε αυτή η διαδικασία, περιέλουζαν τα θύματα με πετρέλαιο, χρησιμοποιώντας μια αυτόματη αντλία, και τους έβαζαν φωτιά. Από την καμινάδα του κρεματορίου έβγαιναν φλόγες που έφταναν σε ύψος μέχρι και τα 10-15 μέτρα. Η δυσωδία που αναδιδόταν απλωνόταν σε έκταση 10 χιλιομέτρων. Η μυρωδιά ήταν τρομακτική!
Ο ΜΥΛΟΣ ΠΟΥ ΑΛΕΘΕ ΤΑ ΟΣΤΑ
Οι Εβραίοι που εξαναγκάζονταν να εργάζονται σε αυτά τα κρεματόρια τρέφονταν καλύτερα, χάρη στα τρόφιμα των θυμάτων. Η μακάβρια απασχόλησή τους είχε διάφορες ονομασίες. Από τους 150 αυτούς άντρες, όσοι αναλάμβαναν να καταγράψουν τα πράγματα των νεκρών ονομάζονταν Kanada Kommando, ενώ όσοι ασχολούνταν με την καύση των πτωμάτων ανήκαν στο Sonderkommando. Αυτοί οι 150 Εβραίοι κατοικούσαν σε ξεχωριστή πτέρυγα του στρατοπέδου, για να μην αποκαλύπτουν στους άλλους τα μυστικά και τις ασχολίες των δημίων. Εννοείται ότι, σε τακτά διαστήματα, κι αυτοί έπαιρναν τον δρόμο προς τους φούρνους, για να αντικατασταθούν από άλλους.
Αφού καίγονταν τα πτώματα και δεν έμενε παρά μια οστική μάζα από τα σώματα των θυμάτων, οι εργάτες των κρεματορίων έπαιρναν τα οστά και τα μετέφεραν σε ένα μύλο για να τα αλέσουν και να τα μετατρέψουν σε σκόνη. Αυτή η ανθρώπινη σκόνη φορτωνόταν σε φορτηγά και μεταφερόταν σε έναν ποταμό, σε απόσταση 7 χιλιομέτρων, όπου την πετούσαν στο νερό, για να εξαφανιστεί κάθε ίχνος των εγκλημάτων που διέπραξαν τα χιτλερικά κτήνη.
Με αυτόν τον τρόπο εξοντώθηκαν πάνω από 6 εκατομμύρια άνθρωποι. Σχεδόν καθημερινά αυτά τα κρεματόρια έκαιγαν 25.000 ανθρώπους. Οι ναζί εκπλήρωναν τη μακάβρια αποστολή τους με τον πιο «ευσυνείδητο» τρόπο.
ΤΑ ΚΤΗΝΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ: ΤΑ ΤΑΓΜΑΤΑ ΤΩΝ SS
Οι διοικητές αυτών των στρατοπέδων στρατολογούνταν από τα πιο άγρια μέλη των ταγμάτων των SS. Εξουσίαζαν τη ζωή όλων των κρατουμένων. Η φρούρηση του στρατοπέδου γινόταν επίσης από άνδρες των SS. Οι Γερμανοί στρατιώτες που είχαν την εξωτερική φρούρηση ήταν κι αυτοί θύματα της ναζιστικής κτηνωδίας. Ανώτεροι Γερμανοί αξιωματικοί υπάκουαν στις διαταγές των διοικητών των SS. Η πιο ζοφερή ημέρα ήταν εκείνη κατά την οποία ο γιατρός του στρατοπέδου εξέταζε τους κρατουμένους.
Όσοι κρίνονταν ακατάλληλοι για εργασία ήταν καταδικασμένοι να καούν. Ο γιατρός του στρατοπέδου ήταν ο εισαγγελέας που διέθετε τη ζωή κάθε ανθρώπου σαν να ήταν προσωπικό του κτήμα.
ΕΝΑ ΚΡΕΜΑΤΟΡΙΟ ΑΝΑΤΙΝΑΧΘΗΚΕ
Στις 22 Οκτωβρίου 1944 [λάθος στο δημοσίευμα – 7 Οκτωβρίου 1944 είναι η σωστή ημερομηνία], μια ομάδα περίπου 40 Ελλήνων πατριωτών που κρατούνταν εδώ, με επικεφαλής τον Κοέν, τους αδελφούς Χατζή και τρεις αδελφούς Γκανή (όλοι από την Αθήνα), επιχείρησε την πιο παράτολμη ενέργεια που καταγράφηκε ποτέ στην ιστορία αυτού του στρατοπέδου, η οποία τρόμαξε ακόμη και τους Γερμανούς. Αφού εξασφάλισαν δυναμίτη, ανατίναξαν ένα από τα κρεματόρια στο δάσος του Άουσβιτς. Κατά την ενέργεια αυτή, σκοτώθηκαν αρκετοί Γερμανοί. Η τολμηρή πράξη τούς κόστισε τη ζωή, καθώς όλοι τουφεκίστηκαν αμέσως, ενώ, ως αντίποινα, εκείνη την ημέρα κάηκαν πάνω από 50.000 κρατούμενοι...
ΟΙ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΙ ΗΤΑΝ ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΖΩΑ
Οι σωματικές τιμωρίες που επιβάλλονταν, όπως το «25», το ξύλο με το κοντάκι του όπλου και η εκγύμναση χωρίς ρούχα στο χιόνι επί τρεις ώρες, ήταν ασήμαντες μπροστά σε άλλα μαρτύρια. Οι κρατούμενοι ήταν απλά πειραματόζωα για γιατρούς που έρχονταν από κάθε γωνιά της Γερμανίας. Το νοσοκομείο του στρατοπέδου εξυπηρετούσε μόνο αυτόν τον σκοπό. Έτσι, στον Μεναχέμ Κοέν, έναν από τους επιζώντες που έφτασαν στο Βουκουρέστι, έγινε πείραμα στείρωσης. Δοκίμασαν πάνω του κάθε λογής πειράματα, εξαιτίας των οποίων ο δύστυχος άνθρωπος σήμερα πια δεν είναι άνδρας. Στις γυναίκες γίνονταν ενέσεις με σκοπό να μείνουν έγκυες με τεχνητό τρόπο. Πολλοί πέθαιναν πάνω στο τραπέζι των πειραμάτων των ναζί. Χιλιάδες λίτρα αίματος αφαιρέθηκαν από παιδιά, για να σταλούν σε φιαλίδια στους Γερμανούς στρατιώτες στο μέτωπο.
Ο έμπορος Καψάλης από την Αθήνα, απελπισμένος και θέλοντας να βάλει τέλος στα βάσανά του, ρίχτηκε μαζί με τα δύο παιδιά του στο καζάνι που κόχλαζε, όπου καίγονταν τα πτώματα…
Η ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ
Στις 18 Ιανουαρίου 1945 αναφέρθηκε η παρουσία ρωσικών στρατευμάτων [το κείμενο παρουσιάζει εδώ τυπογραφική ασυνέχεια].
Οι Γερμανοί προσπάθησαν βιαστικά να καταστρέψουν τα πάντα, βάζοντας φωτιά στα παραπήγματα μαζί με τους κρατουμένους. Τότε, σε μια στιγμή απελπισίας, όπως μόνο η εγγύτητα του θανάτου μπορεί να προκαλέσει, μια ομάδα πέντε χιλιάδων ανθρώπων, περικυκλωμένων από φλόγες, έσπασε τους τοίχους προσπαθώντας να δραπετεύσει. Τα πολυβόλα άρχισαν να βάλλουν. Πολλοί κατέφυγαν στο δάσος Golion [έτσι εμφανίζεται στο δημοσίευμα, αλλά πρόκειται μάλλον για παρανόηση του Goleszów], καταδιωκόμενοι από τα σκυλιά. Η ομάδα των έξι ξεκίνησε μαζί, για να αντιμετωπίσει το άγνωστο, προς την ελευθερία...
Στις 26 Ιανουαρίου συνάντησαν τα πρώτα ρωσικά στρατεύματα, που τους δέχτηκαν ανθρώπινα, δίνοντάς τους τροφή και ρουχισμό. Ήταν οι πρώτοι άνθρωποι με ψυχή που συναντούσαν ύστερα από τη μακρόχρονη αιχμαλωσία τους. Περπάτησαν περίπου 400 χιλιόμετρα. Από την Κρακοβία, όπου έγιναν εξαιρετικά δεκτοί, πέρασαν στην Τσεχοσλοβακία και από εκεί στη Ρουμανία. Σε όλη τη διαδρομή τους βρήκαν κατανόηση τόσο από τα ρωσικά στρατεύματα όσο και από τον πληθυσμό.
Ένας από αυτούς, ο Λέων Μπατής, έφυγε το Σάββατο για την Ελλάδα· οι υπόλοιποι θα εγκαταλείψουν τη χώρα στις 24 Μαρτίου, επιστρέφοντας στην πατρίδα.
Άλλο ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα του ναζισμού αποκαλύφθηκε στον πολιτισμένο κόσμο από τα θύματά του. Οι μεγάλοι εγκληματίες, ο Χίτλερ, ο Χίμλερ και η παρέα τους, θα λογοδοτήσουν πολύ σύντομα για όλες αυτές τις θηριωδίες.