διάπυρον

διάπυρον ενάντια στην κουλτούρα της εκδίκησης

diapyron.com (Αλμπέρ Καμύ, Ο επαναστατημένος άνθρωπος)

Οι εκδόσεις διάπυροΝ ξεκίνησαν μια μέρα του Νοεμβρίου του 2008. Ήταν περίπου μία εβδομάδα πριν από τα γεγονότα του Δεκεμβρίου, τα οποία άφησαν χαραγμένο πάνω μας, σαν πληγή που δεν κλείνει, το βίαιο, σχεδόν αποκρουστικό στίγμα τους. Το εκδοτικό σχήμα πλαισιώθηκε αμέσως από τον Θανάση Τριαρίδη, ο οποίος συνεχίζει έκτοτε να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωσή του. Ταυτόχρονα, με αγάπη και ανιδιοτέλεια στήριξαν το εγχείρημα και κάποιοι καλοί φίλοι, όπως ο μεταφραστής Διονύσης Παπαδουκάκης, o Θανάσης Πολλάτος, ο γραφίστας Κώστας Μηναΐδης, η σκηνοθέτρια Στέλα Αλισάνογλου, ο ποιητής Κωνσταντίνος Ποζουκίδης, ο συγγραφέας Νίκος Μπόνου, η ζωγράφος Έλλη Γρίβα και ο εκδότης Φαίδωνας Κυδωνιάτης.

Οι θεματικοί άξονες των εκδόσεων διάπυροΝ, όπως ίσως φαίνεται ενδεικτικά και από τους τίτλους των βιβλία μας (όσων εκδόθηκαν και όσων πρόκειται να εκδοθούν), περιστρέφονται γύρω από τη μη βίαιη αντίσταση, την άρνηση του πολύμορφου τρόμου, τον αντιμιλιταρισμό, τους εθνικούς μύθους, την οικολογία, αλλά κυρίως γύρω από την ανθρώπινη ανάγκη.

Ένας από τους στόχους που τέθηκαν εξαρχής ήταν ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας. Τα έσοδα κάθε βιβλίου θα τροφοδοτούν το επόμενο βιβλίο ή/και υποθέσεις αλληλεγγύης (δηλαδή ανάγκης). Η κεντρική διάσταση, ωστόσο, ήταν και παραμένει η ρητή αντίθεση στη βία (όποιο πρόσωπο ή χρωματισμό κι αν έχει: είτε φαιό, είτε κόκκινο, είτε μαυροκόκκινο, είτε γαλανόλευκο). Ή μάλλον, για να ξεφύγουμε από το μοτίβο της άρνησης, η στόχευση ήταν και παραμένει διττή: αφενός, η ανάδειξη της ανθρώπινης ανάγκης (και η συν-παρουσία στον πόνο της), αφετέρου η ανεμπόδιστη ροή του λόγου (άρρηκτα ενωμένη με την αναγνώριση του ετέρου λόγου). Να κάνουμε ένα νεύμα στους δίπλα και στους απέναντι (για να έρθουν ή να πάμε δίπλα), χωρίς θόρυβο. Γιατί ακόμη και τα πιο ανθρωποκεντρικά συνθήματα μπορούν να γίνουν παραγγέλματα, κι οι πιο επαναστατικές φλόγες θεριεύουν και γίνονται πύρινες λαίλαπες που κατακαίουν τα πάντα στο πέρασμά τους.

Γιάννης Ευαγγέλου, Δεκέμβριος 2009

Μέσα στο φως, ο κόσμος μένει η πρώτη κι η τελευταία μας αγάπη.
Τ’ αδέρφια μας αναπνέουν κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό μ’ εμάς,
η δικαιοσύνη είναι ζωντανή.
Τότε γεννιέται η παράξενη χαρά
που μας βοηθάει να ζούμε και να πεθαίνουμε,
και που δεν θα δεχτούμε πια να αναβάλουμε γι’ αργότερα.

Μόλις μάθαμε ότι συνέλαβαν για οπλοκατοχή κάποιον Γ.Κ. —ή μήπως λεγόταν Κ.Γ.;— μαζευτήκαμε αμέσως να διαμαρτυρηθούμε για...
24/07/2026

Μόλις μάθαμε ότι συνέλαβαν για οπλοκατοχή κάποιον Γ.Κ.
—ή μήπως λεγόταν Κ.Γ.;—
μαζευτήκαμε αμέσως να διαμαρτυρηθούμε για τη σκευωρία.
(Μαχνοβτσίνα, 2013)

(Disclaimer: Η ειρωνεία είναι προφανής και αυτονόητη. Tα αρχικά Γ.Κ./Κ.Γ. είναι εντελώς τυχαία. Όλα τα άλλα, ίσως και όχι.)

Προφανώς δεν προξενεί πλέον εντύπωση σε κανέναν ο αυτοματισμός ενός ολόκληρου χώρου που συσπειρώθηκε σαν έτοιμος από καιρό, ενεργοποιώντας τον γνωστό μηχανισμό αυτοπροστασίας του: έναν μηχανισμό που για ακόμη μία φορά αφήνει στην άκρη τα θύματα, χωρίς καμία απαίτηση για διαλεύκανση των υποθέσεων.

Η αναμονή μας ( : εμάς των υπολοίπων που ζητούμε μόνο την αποκατάσταση της αλήθειας) θα είναι και πάλι στωική. Για τον Χαμί Νατζάφι, για τους τέσσερις νεκρούς της Μαρφίν, για τον ταξιτζή Δημήτρη Μίχα από την Πάρο, για όλα τα θύματα που κινδυνεύουν να σβηστούν από τη συλλογική μνήμη σαν δήθεν παράπλευρες απώλειες του «ταξικού» αγώνα. Μέχρι τότε, οι συνειδητοί αμοραλιστές και οι αφελείς αλληλέγγυοι μπορούν να συνεχίσουν να χαριεντίζονται, να τρολάρουν, να ποστάρουν και να γλεντάνε, σίγουροι ότι και αυτή τη φορά θα τη σκαπουλάρουν.

Γ.Κ. ή Κ.Γ. λοιπόν; Μικρή σημασία έχει· η ετυμηγορία του «χώρου» υπήρχε πριν ακουστεί οποιοδήποτε όνομα, πριν φτάσει οποιοδήποτε ανώνυμο μέιλ.

Ἔστι Δίκης ὀφθαλμὸς ὃς τὰ πάνθ' ὁρᾷ.

~~~Κανείς δεν κινδύνεψε~~~Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις δεν είναι καθόλου συμπτωματική, ούτε και τυχα...
02/07/2026

~~~Κανείς δεν κινδύνεψε~~~

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις δεν είναι καθόλου συμπτωματική, ούτε και τυχαία.

Από το βιβλίο "Μαχνοβτσίνα" (εξαντλημένο), που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2013. Ολόκληρο το βιβλίο σε PDF στα σχόλια.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Όλα είχαν πάει σύμφωνα με το σχέδιο. Κανείς δεν κινδύνεψε.

Το άλλο βράδυ, ο Κ. ήρθε τρέμοντας στη μάζωξη. Είχε διαβάσει στις εφημερίδες ότι, την ώρα της έκρηξης, μια έγκυος στο διπλανό διαμέρισμα απέβαλε.

«Σκουπιδοφυλλάδες των ρουφιάνων... Στο τέλος θα μας πουν και δολοφόνους», είπε οργισμένος ο Γ. «Ο κοινωνικός αγώνας έχει και παράπλευρες απώλειες», επενέβη εμφατικά ο Σ.

Και συνέχισε με νόημα: «Άλλωστε, σε τι κόσμο θα γεννιόταν αυτό το παιδί;»

~~~Η πανούκλα του μαυροκόκκινου φασισμού~~~[…] η πανούκλα του αναδυόμενου μαυροκόκκινου φασισμού αποκτά διαστάσεις επιδη...
30/06/2026

~~~Η πανούκλα του μαυροκόκκινου φασισμού~~~

[…] η πανούκλα του αναδυόμενου μαυροκόκκινου φασισμού αποκτά διαστάσεις επιδημίας. Κάψιμο βιβλιοπωλείων, επιδρομές, ξυλοδαρμοί, απειλές, βίαιη ματαίωση εκδηλώσεων, γκαζάκια, σφαίρες, βόμβες, δολοφονίες. Τα τάγματα εφόδου των δήθεν «αντιεξουσιαστών» (οι οποίοι δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τις βαθιά ανθρωπιστικές ιδεολογικές αρχές κάθε αληθινά αντιεξουσιαστικής στάσης) ποδοπατούν και ταπεινώνουν το πτώμα της ήδη τρομοκρατημένης κοινωνίας. Πατούν πάνω στη μνήμη ενός νεκρού σώματος, για να κατασπαράξουν το δήθεν υπνωτισμένο και απαθές ζωντανό σώμα. Με τη σιωπηρή συναίνεση όλων μας. Είναι καιρός να ακουστεί η φωνή της ίδιας της ζωής. Είναι καιρός να σταθούμε απέναντι στον τρόμο και να μιλήσουμε για την ίδια τη ζωή, ο καθένας από τη δική του σκοπιά.

Στο νου μου έρχεται αυτό που έγραψε ο Ντανιέλ Γκερέν στη Φαιά πανούκλα του φασισμού, πριν από πενήντα πέντε χρόνια: «Όλο αυτό το λούμπεν προλεταριάτο που σέρναμε πίσω μας: […] τύποι που τους άρεσε η στολή κι ο καβγάς και που δεν είχαν παρά μονάχα ένα ιδανικό: να κυριαρχούνε στη γωνιά τους, στο πεζοδρόμιο». Κι όμως, πενήντα πέντε χρόνια μετά, δεν έχει αλλάξει σχεδόν τίποτα. Ούτε καν οι στολές. Κι οι εγκληματίες της κάθε ιδεολογίας (αριστερής ή δεξιάς, αναρχικής ή φασιστικής, εθνικής/θρησκευτικής ή όποιας άλλης) συνεχίζουν να μεταμορφώνονται σε δικαστές, επικαλούμενοι τη μεταφυσική αιτιολογία του «δικαίου».

Γιάννης Ευαγγέλου

Δημοσιεύτηκε στις 6.12.2009 και συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο «Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική» (εκδόσεις διάπυρον, 2010)

▬▬▬[3/4] Δαβίδ Μπιτράν: η ζωή στο στρατόπεδο▬▬▬Ο αριθμός 115945, χαραγμένος στο χέρι του πατέρα μου. Η ταυτότητά του για...
25/06/2026

▬▬▬[3/4] Δαβίδ Μπιτράν: η ζωή στο στρατόπεδο▬▬▬

Ο αριθμός 115945, χαραγμένος στο χέρι του πατέρα μου. Η ταυτότητά του για τα επόμενα δύο χρόνια. Όταν έφτασε, στο χέρι του δεν έκαναν τατουάζ το εβραϊκό αστέρι, αλλά ένα τρίγωνο με ένα G που σήμαινε Greece (Ελλάδα). Έμεινε στο Άουσβιτς για ένα μήνα. Στη συνέχεια, μεταφέρθηκε στο Γκολεσάου της Άνω Σιλεσίας (επίσης στην Πολωνία), για να εργαστεί σε ένα εργοστάσιο παραγωγής τσιμέντου.

Σε αυτό το στρατόπεδο έρχονταν κάθε μήνα 500 νέα άτομα που αντικαθιστούσαν τους προηγούμενους. Λόγω των συνθηκών της καταναγκαστικής εργασίας και της ποσότητας του παρεχόμενου φαγητού, ένα άτομο που ζύγιζε 55 κιλά θα έπεφτε στα 38 μέσα σε 30 ημέρες. Τότε γινόταν εξαιρετικά δύσκολη η σωματική εργασία, οπότε η κατάληξη ήταν η εξόντωση.

Ο πατέρας μου έμεινε στο Γκολεσάου για τέσσερις-πέντε μήνες και γρήγορα άρχισε να χάνει βάρος. Σκέφτηκε ότι, αν δεν έκανε κάτι, θα έφτανε και η δική του ώρα. Έτσι, μια μέρα, ισχυρίστηκε ότι είχε ελονοσία. Όταν πήγε στο γιατρό, ευτυχώς είχε ήδη πυρετό. Ήξερε ότι οι Γερμανοί φοβούνταν την ελονοσία επειδή είναι άκρως μεταδοτική, οπότε θα τον έστελναν πίσω στο Άουσβιτς. Είχε μάθει πώς λειτουργούσαν τα πράγματα στα στρατόπεδα και γνώριζε ότι οι Γερμανοί χρειάζονταν εργατικά χέρια. Έτσι, ήλπιζε ότι θα τον κρατούσαν στο νοσοκομείο, μέχρι να δυναμώσει αρκετά ώστε να μπορέσει να εργαστεί ξανά.

Αν έμενε στο νοσοκομείο, θα μπορούσε να πάρει βάρος για να επιβιώσει στο επόμενο στρατόπεδο. Ο πατέρας μου απέδιδε στην εμπειρία του από τον ελληνικό στρατό την οξυδέρκεια και τα ένστικτα που επέδειξε μέσα στα στρατόπεδα. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, του είχαν ανατεθεί σκληρές ασκήσεις, καταδρομικές και μη – για παράδειγμα, έπρεπε να επιβιώσει στη μέση του πουθενά για μια εβδομάδα.

Ήταν όμως και θέμα κριτικής ικανότητας. Ο πατέρας μου πίστευε ότι, για να επιβιώσεις στα στρατόπεδα, έπρεπε να διατηρήσεις τις δυνάμεις σου. Κι αυτό μπορείς να το κάνεις μόνο αν τρως ή κοιμάσαι πολύ. Αν δεν έχεις αρκετό φαγητό, τότε φάε ό,τι έχεις και μετά πήγαινε πάλι για ύπνο. Υπήρχαν πολλοί κίνδυνοι. Μερικοί έπαιρναν το ρίσκο να κλέψουν από άλλους και έχαναν αμέσως τη ζωή τους. Αν έκλεβες Ρώσο ή Πολωνό, θα σε σκότωνε.

Ο πατέρας μου παρομοίαζε τη ζωή στα στρατόπεδα με τη ζωή στη ζούγκλα. Θα προσπαθούσες να βοηθήσεις τον διπλανό σου, αλλά δεν θα μπορούσες να του δώσεις από το φαγητό σου, επειδή περιοριζόταν σε γραμμάρια. Έβλεπε ανθρώπους να ψάχνουν σε κουζίνες και κάδους απορριμμάτων και να τρώνε οτιδήποτε έβρισκαν, χωρίς να ξέρουν αν ήταν επιβλαβές ή όχι. Οι περισσότεροι άνθρωποι πάθαιναν δυσεντερία κάθε μέρα.

Η αντίληψή του για την επιβίωση ήταν ότι ο Θεός ήταν μαζί του και ότι έπρεπε να διατηρεί τη δύναμη και την ενέργειά του. Να δουλεύεις σκληρά μόνο όταν σε βλέπουν. Αν δεν σε βλέπουν, μην δουλεύεις καθόλου. Αν ο Γερμανός δεν σε κοιτάζει, μην κάνεις τίποτα και κοιμήσου όσο περισσότερο μπορείς.

Η διαδικασία που ίσχυε στο Άουσβιτς ήταν ότι σε κρατούσαν για 10-20 μέρες και, αν έβλεπαν ότι ήταν προς όφελός τους να σε κρατήσουν ζωντανό, σε άφηναν να ζήσεις. Αν έβλεπαν ότι δεν ήσουν πια χρήσιμος ως εργατικό δυναμικό, σε σκότωναν. Ο πατέρας μου έμεινε στο Άουσβιτς για περίπου 20 με 25 μέρες.

Τότε άκουσε ότι θα μεταφερόταν στο στρατόπεδο Μαϊντάνεκ του Λούμπλιν, όπου δεν θα υπήρχε καθόλου δουλειά. Είχε ένα φίλο σε εκείνο το νοσοκομείο, κι έτσι τον ρώτησε αν θα μπορούσε να μιλήσει στο γιατρό, για να πάρει εξιτήριο το ίδιο βράδυ και να επιστρέψει στη μονάδα του. Ο γιατρός ήταν εβραίος και τον άφησε να επιστρέψει. Το επόμενο πρωί ξύπνησε νωρίς για την επιλογή για το Μαϊντάνεκ και ήταν ο πρώτος στη σειρά για τη μεταφορά. Η τύχη ήταν με το μέρος του. Αν είχε φτάσει τρεις μέρες νωρίτερα, δεν θα ήταν ζωντανός.

Το ταξίδι από την Κρακοβία μέχρι το Λούμπλιν διαρκεί συνήθως περίπου τρεις μέρες, αλλά σε αυτή την περίπτωση τούς πήρε έξι-εφτά μέρες. Η πολωνική (ή η ρωσική) Αντίσταση είχε ανατινάξει μια γέφυρα από την οποία θα περνούσε το τρένο τους, η οποία έπρεπε πρώτα να επισκευαστεί. Δεδομένου ότι είχαν αρκετό φαγητό μόνο για τρεις ημέρες, δηλαδή για την αναμενόμενη διάρκεια του ταξιδιού, έπρεπε να μείνουν χωρίς φαγητό για τις υπόλοιπες ημέρες.

Έφτασαν στο Μαϊντάνεκ νύχτα και έπρεπε να περάσουν από τους μεγάλους χώρους των ντους. Ανακουφίστηκαν όταν είδαν παράθυρα που μπορούσαν να ανοιγοκλείσουν, οπότε κατάλαβαν ότι δεν ήταν θάλαμος αερίων. Ο πατέρας μου γνώρισε έναν άντρα που είχε τατουάζ στο χέρι του ένα F μέσα σε τρίγωνο. Κατάλαβε ότι ήταν Γάλλος χριστιανός και του μίλησε στα γαλλικά. Εκείνος ρώτησε τον πατέρα μου: «Πώς γίνεται να είσαι Έλληνας και να μιλάς γαλλικά;», για να λάβει την απάντηση: «Ε, και;»

Ο Γάλλος τού απάντησε ότι, αν και υπήρχαν τόσοι Έλληνες εκεί, κανένας τους δεν ήξερε γαλλικά. Όταν συνειδητοποίησε ότι ο πατέρας μου ήταν εβραίος, του συνέστησε το εξής: «Μην τολμήσεις να πεις εδώ ότι είσαι εβραίος. Μόλις σκότωσαν 80.000 εβραίους». Ο πατέρας μου τον ευχαρίστησε και, επειδή υπήρχαν τρεις Έλληνες εβραίοι μαζί του, τους είπε: «Το όνομά σου θα είναι Γεώργιος. Εγώ θα είμαι πλέον ο Νίκος, όχι ο Δαβίδ». Ένας από τους Έλληνες εβραίους ήταν ένα νεαρό αγόρι, περίπου 19 ετών, και ο πατέρας μου τον συμβούλεψε να αποκτήσει κι αυτός ελληνικό όνομα.

Μαζί τους ήταν και μερικοί Πολωνοί εβραίοι, τους οποίους ο πατέρας μου επίσης παρακίνησε να υιοθετήσουν διαφορετικό όνομα και να μην παραδεχτούν ότι ήταν εβραίοι, καθώς τους διηγήθηκε την ιστορία που είχε ακούσει από τον Γάλλο. Πέρασε έναν όμορφο χειμώνα εκεί μέχρι τον Μάρτιο. Έπρεπε μόνο να καθαρίζει τα μονοπάτια από το χιόνι, προκειμένου να φτάνει το φαγητό, και να κάνει διάφορες άλλες αγγαρείες. Δεν υπήρχε πολλή δουλειά εκεί.

Όσο βρισκόταν στο Μαϊντάνεκ, ο πατέρας μου είδε 300 κορίτσια και 300 άντρες. Κανείς δεν επιτρεπόταν να βγει από τον κοιτώνα του. Δεν έπρεπε να πουν πουθενά τι είχε συμβεί. Προφανώς έψαχναν τα ρούχα, τα κοστούμια και τα φορέματα των 80.000 εβραίων, επειδή ήξεραν ότι στο εσωτερικό υπήρχαν κρυμμένα κομμάτια χρυσού. Αυτή ήταν η δουλειά τους κάθε μέρα: να ψάχνουν στα ρούχα, να βρίσκουν οτιδήποτε έχει αξία και να το βάζουν στην άκρη για τους Γερμανούς. Ήταν όμορφα κορίτσια και ρωμαλέοι, δυνατοί άνδρες. Μερικές φορές έβγαιναν για να γυμναστούν. Μια μέρα όμως, εντελώς ξαφνικά, χάθηκαν· όλα τα κορίτσια και όλοι οι άνδρες εξαφανίστηκαν. Ο πατέρας μου δεν ήξερε τι τους συνέβη.

Το 1944 τα πράγματα άλλαξαν λίγο, αλλά όχι προς το καλύτερο. Και πάλι όμως, δεν ήταν τόσο άσχημα όσο το 1943, τη χρονιά που εξοντώνονταν χιλιάδες κάθε μέρα. Το 1944 δεν υπήρχαν τόσο πολλές δολοφονίες. Τα πράγματα είχαν χαλαρώσει λίγο. Οι συνθήκες εργασίας είχαν αλλάξει κάπως. Εκπρόσωποι του Ερυθρού Σταυρού πηγαινοέρχονταν σε ορισμένα στρατόπεδα, αν και ο πατέρας μου δεν τους είδε ποτέ στο Μαϊντάνεκ.

Μερικοί Πολωνοί και Ρώσοι χριστιανοί λάμβαναν δέματα από το σπίτι τους. Αντίθετα, το 1943, κανείς δεν λάμβανε δέματα από πουθενά. Το 1944, τα πράγματα ήταν καλύτερα, μέχρι που έφτασαν 100 χιλιάδες Ούγγροι. Εκείνη την εποχή, οι Γερμανοί χρειάζονταν εργάτες για ένα άλλο στρατόπεδο. Πήραν άντρες από το Μαϊντάνεκ και τους έστειλαν σε ένα αλατωρυχείο στο Πλάζοφ.

Μεταξύ τους και ο πατέρας μου, ο οποίος συνέχισε να χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο «Νίκος Παρασκευάς» (Nikos Parskevaez). Τον θεωρούσαν Έλληνα πολιτικό κρατούμενο και χριστιανό. Το Πλάζοφ ήταν ένα στρατόπεδο έξω από την Κρακοβία. Μάλιστα, το 1939, εκεί κοντά ίδρυσε ο Όσκαρ Σίντλερ ένα εργοστάσιο κατασκευής εμαγιέ σκευών, το οποίο απασχολούσε 370 εβραίους από το γκέτο της Κρακοβίας. Στο τέλος, ο Σίντλερ έσωσε 1.100 κρατούμενους μεταφέροντάς τους σε ένα ασφαλέστερο στρατόπεδο το 1944. Εκείνη την εποχή, δεν πιστεύω ότι ο πατέρας μου είχε την παραμικρή ιδέα για τον Όσκαρ Σίντλερ.

Στην ίδια περιοχή υπήρχε το εβραϊκό στρατόπεδο-πρότυπο, το οποίο ο Ερυθρός Σταυρός επιτρεπόταν να επιθεωρήσει για τη γερμανική προπαγάνδα. Διέθετε οίκο ευγηρίας, βρεφοκομεία, εβραϊκό σχολείο και συναγωγή. Ο πατέρας μου δεν πίστευε στα μάτια του· ήταν ένα στρατόπεδο-πρότυπο.

Δούλευε σε εκείνα τα ορυχεία σποραδικά, από μία έως τρεις μέρες τη βδομάδα. Όταν είχε ρεπό, απλώς περνούσε το χρόνο του στο στρατόπεδο. Έμεναν και παντρεμένα ζευγάρια εκεί, μερικά μάλιστα με μικρά παιδιά. Ο πατέρας μου είδε επιτέλους αυτό που είχε υπαινιχθεί κάποτε ο ραβίνος Κόρετς στην Ελλάδα. Έμεινε σε αυτό το στρατόπεδο για τρεις ή τέσσερις μήνες, μέχρι τον Δεκέμβριο του 1944 ή τον Ιανουάριο του 1945.

Εκεί είχε μια φυσιολογική ζωή και του έδιναν άφθονο φαγητό. Μερικοί άνδρες του στρατοπέδου πήγαιναν να δουλέψουν σε εταιρείες μέσα στην πόλη. Αν ήθελε να το σκάσει και να κρυφτεί, θα μπορούσε να το κάνει. Δεν υπήρχε τόση παρακολούθηση όση σε κάποια άλλα στρατόπεδα. Ρώτησε μερικούς από τους εβραίους που ήξεραν λίγες λέξεις στα γαλλικά, ή ακόμα και μερικούς Γερμανοεβραίους που γνώρισε, αν γίνονταν δολοφονίες σε αυτό το στρατόπεδο. Του απαντούσαν: «Είσαι τρελός; Δεν έχουν σκοτώσει κανέναν».

Κι όμως, είχε ακούσει για την Τρεμπλίνκα και τη Βαρσοβία και πολλά άλλα φρικτά πράγματα που συνέβαιναν. Αλλά οι φόβοι του εξανεμίστηκαν λόγω όσων είδε σε αυτό το στρατόπεδο. Δεν ήταν πια σίγουρος για τίποτα από όσα συνέβαιναν. Μέσα σε αυτούς τους λίγους μήνες, οι ελπίδες του πατέρα μου είχαν αναπτερωθεί σχετικά με την πιθανότητα να βρει κάπου ζωντανή την οικογένειά του: τη μητέρα του, τον αδελφό του, τη γυναίκα του και άλλους δικούς του ανθρώπους.

Τον Ιανουάριο του 1945, οι Γερμανοί υποχώρησαν καθώς οι Σύμμαχοι προχωρούσαν. Πήραν όλους τους κρατούμενους, πολλούς εβραίους που μόλις και μετά βίας κρατιούνταν στα πόδια τους, και τους μετέφεραν στο Μαουτχάουζεν. Έμειναν εκεί για περίπου δύο με τρεις εβδομάδες.

Από εκεί ο πατέρας μου στάλθηκε σε ένα στρατόπεδο εργασίας στο Έμπενζεε της Αυστρίας, όπου για περίπου τέσσερις μήνες εργάστηκε σκληρά στα ανθρακωρυχεία. Οι συνθήκες εκεί ήταν ίδιες με κάθε άλλο στρατόπεδο εργασίας. Όσον αφορά το φαγητό, δεν υπήρχε αρκετό. Η δουλειά ήταν δύσκολη και πάρα πολλή.

Όσο βρισκόταν στο Έμπενζεε, ο πατέρας μου συνάντησε μερικούς Έλληνες, τόσο χριστιανούς όσο και εβραίους, και τους διηγήθηκε αυτό που είχε δει στο προηγούμενο στρατόπεδο. Του είπαν: «Μην πιστεύεις αυτό που είδες! Ίσως ήταν ένας χώρος βιτρίνας, εκεί όπου θα έρχονταν εκπρόσωποι του Ερυθρού Σταυρού. Οι Γερμανοί θα τους έδειχναν ότι δεν έκαναν τίποτα στους εβραίους και ότι, μάλιστα, υπό γερμανική κυριαρχία οι εβραίοι ζούσαν καλά».

Αφού το άκουσε αυτό, οι χειρότεροι φόβοι του πατέρα μου επιβεβαιώθηκαν ξανά, ότι δηλαδή κανείς από την οικογένειά του δεν είχε επιζήσει. Μέχρι τότε είχαν εξοντωθεί τόσο πολλοί εβραίοι, αλλά ο πατέρας μου συνέχισε να ελπίζει ότι κάποιος ήταν ζωντανός. Ποτέ δεν έχασε την ελπίδα.

Απελευθερώθηκε στις 6 Μαΐου 1945, όταν μπήκαν στο στρατόπεδο οι Αμερικανοί. Αυτά που κυριολεκτικά έσωσαν τον πατέρα μου ήταν η τύχη του, το αναλυτικό του μυαλό στην προσπάθειά του να είναι πάντα ένα βήμα μπροστά από τους Γερμανούς, καθώς και η θεία παρέμβαση.

Μετά την απελευθέρωση, στο Έμπενζεε δημιουργήθηκε μια διεθνής επιτροπή που εκπροσωπούσε όλες τις εθνικότητες. Ο πατέρας μου εκπροσωπούσε τους Έλληνες, τους γερμανόφωνους εβραίους και τους μη εβραίους. Αυτή η επιτροπή θα βοηθούσε τους κρατούμενους στη μετάβασή τους προς την ελευθερία, καθοδηγώντας τους κατάλληλα και καταπραΰνοντας την οργή τους.

Την ίδια νύχτα που οι κρατούμενοι κέρδισαν την ελευθερία τους, στην περιοχή του Έμπενζεε άναψαν φωτιές, οι οποίες συνοδεύτηκαν από πυροβολισμούς, δολοφονίες και ταραχές. Υπεύθυνοι για αυτές τις πράξεις ήταν οι πρώην κρατούμενοι, εβραίοι και χριστιανοί. Όλα έγιναν από εκδίκηση και μίσος για τους Γερμανούς. Ήταν ένας τρόπος για τους κρατούμενους να ξεσπάσουν για την καταπίεση που είχαν βιώσει. Ήταν εγκλωβισμένοι για τόσο καιρό, και τα ζωώδη ένστικτα ήταν ακόμη ενεργά.

Δύο με τρεις εβδομάδες αργότερα, εκπρόσωποι της οργάνωσης Magen David Adom (Ερυθρός Αστέρας του Δαβίδ) και του Ερυθρού Σταυρού έφτασαν για να βοηθήσουν. Όμως, πολλοί κρατούμενοι είχαν ήδη φύγει μετά την απελευθέρωσή τους. Ο πατέρας μου έμεινε ακόμη ενάμιση μήνα, για να βοηθήσει στην καταγραφή όσων ήταν ζωντανοί και όσων είχαν αποδεδειγμένα εξοντωθεί. Βοήθησε επίσης ώστε να μετεγκατασταθούν Πολωνοί, Γιουγκοσλάβοι και Έλληνες εβραίοι στο Ισραήλ ή όπου αλλού ήθελαν να πάνε. Κάποιοι περίμεναν βίζα για την Αμερική. Στο τέλος, ο πατέρας μου επέστρεψε από την Αυστρία μέσω Ιταλίας στην Ελλάδα (πρώτα στην Αθήνα, μετά στον Πολύγυρο και τελικά στη Θεσσαλονίκη), τον Ιούλιο του 1945.

Εξακολουθούσε να τρέφει ελπίδες ότι θα έβρισκε τον αδελφό του.

[Το παραπάνω κείμενο είναι η μετάφραση του 6ου κεφαλαίου από το βιβλίο The lost Jewish world of Greece της Jane Siedband. Λινκ στα σχόλια. Στη φωτογραφία η οικογένεια Μπιτράν στο πλοίο με προορισμό την Αμερική.]

Εδώ και ογδόντα χρόνια, η ιστορία του Λέοντα Μπατή συνοδεύεται από ορισμένα αναπάντητα ερωτήματα. Ήταν πράγματι ο πρώτος...
17/06/2026

Εδώ και ογδόντα χρόνια, η ιστορία του Λέοντα Μπατή συνοδεύεται από ορισμένα αναπάντητα ερωτήματα.

Ήταν πράγματι ο πρώτος Έλληνας Εβραίος που επέστρεψε από τα στρατόπεδα; Τραβήχτηκε όντως η πασίγνωστη φωτογραφία του στο Βουκουρέστι, λίγο πριν από την επιστροφή του στην Ελλάδα; Και αν ναι, πού ακριβώς;

Τα ευρήματα της έρευνας παρουσιάζονται στο νέο τεύχος (υπ’ αρ. 177) του Books’ Journal. Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τόσο τον Ηλία Κανέλλη για τη φιλοξενία όσο και την οικογένεια Μπατή για τη συνολική στήριξη. Sofi Bati Dimitris Tzioras

▬▬▬[2/4] Δαβίδ Μπιτράν: η σύλληψη▬▬▬Όταν επέστρεψε, ο πατέρας μου διαπίστωσε ότι οι Γερμανοί είχαν καταλάβει τη Θεσσαλον...
06/06/2026

▬▬▬[2/4] Δαβίδ Μπιτράν: η σύλληψη▬▬▬

Όταν επέστρεψε, ο πατέρας μου διαπίστωσε ότι οι Γερμανοί είχαν καταλάβει τη Θεσσαλονίκη. Οι ελληνικές αρχές, δηλαδή ο δήμαρχος και ο γενικός διοικητής Μακεδονίας, βρίσκονταν ακόμη στην εξουσία, αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ.

Η πόλη αντιμετώπιζε έλλειψη τροφίμων και φαρμάκων. Η εβραϊκή κοινότητα δεν ήξερε τι να πρωτοκάνει για να προσφέρει ανακούφιση, καθώς είχε επιβληθεί απαγόρευση κυκλοφορίας από τις έξι το απόγευμα. Μέσα σε δύο μήνες, η διοίκηση της πόλης βρισκόταν στα χέρια των δωσίλογων.

Λίγο μετά την επιστροφή του, ο πατέρας μου γύρισε στη δουλειά του στην τράπεζα. Τον συμβούλεψαν όμως να πάρει πρώτα μία εβδομάδα άδεια, για να ξεκουραστεί. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο στρατό, η τράπεζα τού κατέβαλλε κανονικά το μισθό του, όπως όριζε ο νόμος. Εφόσον η τράπεζα όμως δεν είχε πλέον πολλή κίνηση, ο πατέρας μου έπρεπε να βρει άλλους τρόπους να κερδίζει χρήματα.

Γι’ αυτό το λόγο, αποφάσισε να μπει στη μαύρη αγορά. Αγόραζε λάδι και είτε το πουλούσε σε ψηλότερη τιμή είτε το χρησιμοποιούσε για να φτιάχνει σαπούνι, ως παράλληλη απασχόληση, με τη βοήθεια ενός σαπωνοποιού. Λόγω του ανεξέλεγκτου πληθωρισμού, ο μισθός του δεν του αρκούσε για να καλύψει τα έξοδά του.

Ο χειμώνας του 1941-1942 έφερε λιμό στη Θεσσαλονίκη και σε ολόκληρη την Ελλάδα. Η κυβέρνηση δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να βοηθήσει τους πολίτες της. Τα τρόφιμα ήταν δυσεύρετα επειδή ο γερμανικός στρατός τα επέτασσε και τα έστελνε στη χώρα του.

Όσοι συνεργάζονταν με τους Γερμανούς βρίσκονταν σε καλύτερη μοίρα. Όσοι δεν ήξεραν πώς να τα βγάλουν πέρα πέθαιναν από την πείνα. Αυτή η ζοφερή περίοδος επηρέασε εξίσου τους Εβραίους και τους Έλληνες. Κανείς δεν μπορούσε να πληρώσει το ενοίκιό του και όσοι φτωχοί ζούσαν με επιδόματα υπέφεραν αφάνταστα.

Το 1942, ο πατέρας μου έγινε εθελοντής σε διάφορα τμήματα πρόνοιας μέσα στην εβραϊκή κοινότητα. Ο αδελφός της γιαγιάς μου, ο Γιομτώβ Γιακοέλ, ήταν ο νομικός σύμβουλος της κοινότητας. Ήξερε τι συνέβαινε και γνώριζε τον πατέρα μου.

Σύμφωνα τόσο με τον Γιακοέλ όσο και με άλλες πηγές, ο αρχιραβίνος Τσβι Κόρετς είχε σταλεί στη Βιέννη όπου του έγινε πλύση εγκεφάλου. Όταν επέστρεψε, δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος. Οι Εβραίοι αναρωτιούνταν αν φοβόταν για τη ζωή του και για την οικογένειά του ή αν πράγματι του είχε γίνει πλύση εγκεφάλου.

Πριν από τον πόλεμο, ο ραβίνος Κόρετς είχε καλή σχέση με την ελληνική κυβέρνηση. Αυτή η σχέση μάλιστα βελτιώθηκε καθώς ο ίδιος θεώρησε καθήκον του να μάθει ελληνικά, γεγονός που προξένησε θετική εντύπωση. Όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, υπήρχε μεγαλύτερη τάση για συνεργασία μαζί τους υπό την ηγεσία του ραβίνου Κόρετς, ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν επικεφαλής της εβραϊκής κοινότητας.

Από την εκλεγμένη επιτροπή της κοινότητας είχαν παραιτηθεί ή αποχωρήσει και τα 50 μέλη, μεταξύ των οποίων και ο Γιομτώβ Γιακοέλ. Ο Κόρετς διαχειριζόταν τις υποθέσεις της εβραϊκής κοινότητας στη Θεσσαλονίκη μαζί με έναν Γερμανό πρόσφυγα, τον κ. Αλμπάλα.

Όταν ήρθε η στιγμή να ξεκινήσει ή να οργανωθεί ένα κίνημα αντίστασης, ο Κόρετς έδωσε άλλη γραμμή, καθώς υποστήριζε μόνο τη συνεργασία. Όμως, οι Εβραίοι θεωρούσαν αδιανόητη οποιαδήποτε συνεργασία με τους Γερμανούς.

Η κοινότητα αναρωτιόταν αν είχε κάνει λάθος που έφερε ραβίνο από άλλη χώρα, αντί να έχει κάποιον γηγενή. Ο Κόρετς οργάνωσε τη λειτουργία της εβραϊκής κοινότητας σύμφωνα με τις επιταγές των Γερμανών, φτάνοντας σε σημείο ακόμη και να τους δώσει τα ονόματα επιφανών μελών της κοινότητας.

Η εβραϊκή αστυνομία συνεργάστηκε επίσης με τους Γερμανούς. Ο Κόρετς είπε στους Εβραίους της Θεσσαλονίκης ότι θα πήγαιναν στην Πολωνία για να εκπαιδευτούν ως αγρότες, προκειμένου να καλλιεργούν χωράφια στην Παλαιστίνη.

Στις 11 Ιουλίου του 1942, τη μέρα που όλοι οι Εβραίοι άνδρες της Θεσσαλονίκης μεταξύ 18 και 45 ετών έπρεπε να δηλωθούν στην Πλατεία Ελευθερίας, ο πατέρας μου αποφάσισε να μην το κάνει, καθώς σχεδίαζε να ενταχθεί στους αντάρτες.

Δυστυχώς, ο αδελφός του, ο Σαούλ, δηλώθηκε και υπέστη ακραία ταπείνωση και κακοποίηση από τους Γερμανούς. Ήταν ένας από τους 9.000 άντρες που συγκεντρώθηκαν μέσα στον καυτό καύσωνα του Ιουλίου, χωρίς φαγητό και νερό, και υποχρεώθηκαν να εκτελέσουν μια σειρά από εξαντλητικές και επίπονες ασκήσεις.

Αν οι άνδρες έδειχναν σημάδια μειωμένης αντοχής, οι Γερμανοί τούς ταπείνωναν και τους χτυπούσαν βάναυσα. Πολλοί λιποθύμησαν, ενώ όσοι δεν ήταν σε θέση να κάνουν τις ασκήσεις αναγκάζονταν να προσπαθήσουν ξανά. Περίπου 2.000 Εβραίοι άνδρες συνελήφθησαν εκείνη την ημέρα και μεταφέρθηκαν για καταναγκαστική εργασία. Ανάμεσά τους και ο Σαούλ. Αυτοί οι άνδρες εργάζονταν σκληρά, με ελάχιστο φαγητό, σε δύσκολες συνθήκες, κατασκευάζοντας δρόμους για τον γερμανικό στρατό. Πολλοί πέθαναν από υποσιτισμό, ελονοσία, φυματίωση και γενικά από τις κακές συνθήκες διαβίωσης.

Ο Σαούλ ήταν ανάμεσα σε εκείνους που επέστρεψαν τον Νοέμβριο, σε άσχημη κατάσταση, αφού η εβραϊκή κοινότητα πλήρωσε στους Γερμανούς 2,5 δισεκατομμύρια δραχμές (και παρ’ όλα αυτά έχασε οριστικά το εβραϊκό νεκροταφείο που είχε ιστορία 2.000 ετών).

Οι σοσιαλιστές του ΕΑΜ μπήκαν στην πόλη και παρότρυναν τους κατοίκους να αντισταθούν στους Γερμανούς. Ενθάρρυναν μερικούς Εβραίους που συμμερίζονταν τους στόχους τους να προσχωρήσουν στο ΕΑΜ. Ένας φίλος του πατέρα μου τον προσέγγισε σχετικά, αλλά εκείνος δεν ήθελε να αφήσει τη γιαγιά μου πίσω. Άλλωστε, σχεδίαζε να τη στείλει λίγο αργότερα σε ένα κοντινό χωριό, τον Πολύγυρο, όπου θα έμενε με κάποιους Έλληνες.

Ένας φίλος του πατέρα μου από την τράπεζα, ο Δημήτρης Μούσιος, πρόσφερε το σπίτι της θείας του. Εκεί έζησε για ένα διάστημα η γιαγιά μου με ψεύτικο χριστιανικό όνομα. Ο θείος μου και η οικογένειά του πήγαν επίσης σε εκείνο το χωριό αλλά έμειναν με άλλη οικογένεια, επίσης συγγενική του κ. Μούσιου. Για να φτάσει η γιαγιά μου σε αυτό το χωριό, ο πατέρας μου έπρεπε να πληρώσει 10 με 15 αγγλικές χρυσές λίρες.

Το ταξίδι ήταν ριψοκίνδυνο, χωρίς την παραμικρή εγγύηση για την ασφάλειά τους. Ο πατέρας μου είχε ακούσει για μια πλούσια οικογένεια, τους Γκατένιο, που είχαν επιβιβαστεί σε ένα καΐκι για την Τουρκία και τελικά πνίγηκαν, αφού πρώτα τους λήστεψαν και τους πήραν όλα τα υπάρχοντα.

Όταν κάποιοι Έλληνες πρότειναν στον πατέρα μου και στην οικογένειά του να πάνε στην Τουρκία, εκείνος δίστασε να ακολουθήσει τη συγκεκριμένη διαδρομή. Κατέληξε να μείνει μόνος στη Θεσσαλονίκη, αφού ο ίδιος αισθανόταν ασφαλής και η αρραβωνιαστικιά του ήταν επίσης εκεί. Πίστευε ότι θα ερχόταν η ώρα της Αντίστασης. Όμως, δεν ήρθε εγκαίρως.

Όταν ξεκίνησαν οι απελάσεις το 1943, ο πατέρας μου πίστευε ότι δεν θα τον επηρέαζαν. Πάντα ήλπιζε να ακούσει νέα από ένα φίλο του που ήταν ήδη στο ΕΑΜ. Πολλοί ένιωθαν το ίδιο, και υπήρχε μια παθητική στάση λόγω της έλλειψης καθοδήγησης.

Όλοι στήριζαν τις ελπίδες τους στον αρχιραβίνο Κόρετς, ο οποίος τους έλεγε να μην φοβούνται και ότι δεν θα συνέβαινε τίποτα. Τους διαβεβαίωνε ότι θα ζούσαν μαζί με Πολωνούς και Ιταλούς Εβραίους σε μια δική τους πατρίδα. Η εβραϊκή κοινότητα ήλπιζε ότι κάτι καλό θα προέκυπτε από όλο αυτό.

Λίγο μετά την έναρξη των απελάσεων, ο πατέρας μου άκουσε ότι η εβραϊκή αστυνομία βρισκόταν στον Πολύγυρο και είχε συλλάβει τη γιαγιά μου. Ο Ισαάκ Χασόν, αρχηγός της εβραϊκής αστυνομίας και συμμαθητής του πατέρα μου, ήταν από τους πρώτους δωσίλογους. Αυτός και ο αδελφός του, ο Άλμπερτ –ή ένας από τους υπαρχηγούς του– πέρασαν από το χωριό και συνέλαβαν το θείο μου τον Σαούλ, τη σύζυγό του και τα δύο παιδιά τους. Όλοι τους εκτοπίστηκαν.

Ο πατέρας μου έμαθε τα άσχημα νέα και αμέσως πήγε να βρει τον Ισαάκ Χασόν. Ήταν πρόθυμος να προσφέρει χρήματα ή οτιδήποτε εκείνος ήθελε σε αντάλλαγμα για την απελευθέρωση της γιαγιάς μου, του θείου μου και της οικογένειάς του. Όμως, ο Ισαάκ ήταν ανένδοτος. Και σαν να μην έφτανε αυτό, συνέλαβε και τον πατέρα μου.

Ο Ισαάκ είχε μαζέψει ολόκληρη περιουσία και ήταν ο τελευταίος που εκτοπίστηκε. Αφού επέζησε από τα στρατόπεδα, συνελήφθη το 1945, δικάστηκε, και τελικά του επιβλήθηκε η θανατική ποινή. Η Ελλάδα ήταν η μόνη κατεχόμενη χώρα που διεξήγαγε δίκες Εβραίων [δωσίλογων] για εγκλήματα πολέμου.

Έτσι, λοιπόν, λόγω της προσπάθειάς του να ελευθερώσει την οικογένειά του, ο πατέρας μου οδηγήθηκε στις 10 Απριλίου 1943 στο στρατόπεδο διέλευσης του Βαρόνου Χιρς. Μέχρι να φτάσει, όμως, είχαν ήδη πάρει τη μητέρα του, τον αδελφό του και την οικογένειά του με την προηγούμενη αποστολή για το Άουσβιτς. Ο πατέρας μου έφτασε στο Άουσβιτς στις 17 Απριλίου 1943.

Μόλις έφτασε εκεί, το κύριο μέλημά του ήταν να βρει την οικογένειά του. Όμως, η μητέρα του, όπως και ο αδελφός του με τη γυναίκα του και τα παιδιά τους, είχαν δολοφονηθεί την ημέρα της άφιξής τους. Ο πατέρας μου βρήκε κάποιον που γνώριζε τον αδελφό του και του είπε ότι ο Σαούλ είχε κάνει λάθος. Κρατούσε ένα από τα παιδιά στην αγκαλιά του κατά τη διάρκεια της επιλογής και δεν ήθελε να το αφήσει. Όσοι άντρες δεν κρατούσαν παιδιά, ήταν σωματικά ικανοί και μπορούσαν να εργαστούν, θα ζούσαν.

Ο πατέρας μου έτρεφε ελπίδες ότι θα έβρισκε την οικογένειά του εκεί, αλλά σύντομα συνειδητοποίησε ότι ήταν το μόνο ζωντανό μέλος. Γι’ αυτό έγινε ακόμη πιο αποφασισμένος να σώσει τον εαυτό του. Αν και ήξερε ότι οι πιθανότητες ήταν συντριπτικά εναντίον του, ο μόνος τρόπος του να νικήσει τον εχθρό ήταν να μείνει ζωντανός.

Όταν έφτασαν οι Εβραίοι στο Άουσβιτς, διατάχθηκαν να σχηματίσουν δυο σειρές για να περάσουν από την επιλογή. Η μία γραμμή προοριζόταν για όσους θα έκαναν βαριά εργασία και η δεύτερη για όσους θα οδηγούνταν αμέσως στους θαλάμους αερίων.

Νέοι άνδρες και γυναίκες που φαίνονταν υγιείς και ήταν σωματικά ικανοί αποτελούσαν αυτή την πρώτη γραμμή που θα προοριζόταν για τις πιο βαριές δουλειές. Θα έμεναν ζωντανοί με μια πενιχρή ποσότητα φαγητού και νερού. Όταν δεν θα μπορούσαν πλέον να εργαστούν, θα εξοντώνονταν κι αυτοί.

Η δεύτερη γραμμή αποτελούνταν από μητέρες με παιδιά κάτω των 15 ετών, καθώς και άνδρες και γυναίκες άνω των 55. Λόγω της ηλικίας τους, είχαν μικρή αξία για τους Γερμανούς. Θα εξοντώνονταν μόλις έφταναν.

[Το παραπάνω κείμενο είναι η μετάφραση του 5ου κεφαλαίου από το βιβλίο The lost Jewish world of Greece της Jane Siedband. Λινκ στα σχόλια. Στη φωτογραφία ο Δαβίδ Μπιτράν.]

▬▬▬Η ζωή του Δαβίδ Μπιτράν – για πρώτη φορά στα ελληνικά▬▬▬Με ιδιαίτερη χαρά παρουσιάζουμε για πρώτη φορά στα ελληνικά τ...
02/06/2026

▬▬▬Η ζωή του Δαβίδ Μπιτράν – για πρώτη φορά στα ελληνικά▬▬▬

Με ιδιαίτερη χαρά παρουσιάζουμε για πρώτη φορά στα ελληνικά την ιστορία του Δαβίδ Μπιτράν, ενός Εβραίου της Θεσσαλονίκης που έζησε τα δραματικά γεγονότα της εποχής του. Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο της κόρης του, Jane Siedband (The Lost Jewish World of Greece, 2022), και δημοσιεύεται με την ευγενική της άδεια.

Πέρα από κόρη του Δαβίδ Μπιτράν, η Jane Siedband είναι ανιψιά του Γιομτώβ Γιακοέλ και εγγονή της Αλέγρας Φαρατζή (το γένος Γιακοέλ) και του Μωυσή Φαρατζή. Πρόκειται για πρόσωπα στα οποία έχουμε αναφερθεί και σε προηγούμενες αναρτήσεις μας (σύνδεσμοι στα σχόλια).

Λόγω της έκτασής του, το κείμενο θα δημοσιευθεί σε τέσσερις συνέχειες. Σήμερα παρουσιάζουμε το πρώτο μέρος, το οποίο αντιστοιχεί στο τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου.

▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬

Ο πατέρας μου, ο Δαβίδ Μπιτράν, γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1915 στη Θεσσαλονίκη, όπου και μεγάλωσε. Ήταν το νεότερο παιδί της οικογένειας και είχε τέσσερις αδελφές κι έναν αδελφό. Ο πατέρας του διατηρούσε κατάστημα υφασμάτων, όπου πουλούσε κάλτσες, φανέλες κι άλλα είδη ρουχισμού.

Η οικογένεια ζούσε στη Θεσσαλονίκη για γενιές ολόκληρες και οι ρίζες της ανάγονταν στους πρώτους Εβραίους που εκδιώχθηκαν από την Ισπανία την εποχή της Ιεράς Εξέτασης, πάνω από 500 χρόνια πριν. Ο πατέρας του ήταν ένας ευσεβής Εβραίος που πήγαινε στη συναγωγή κάθε πρωί και απόγευμα, τα Σάββατα και τις γιορτές.

Οι γονείς του μιλούσαν λαντίνο και ελληνικά στο σπίτι, αλλά ήταν εξοικειωμένοι και με τα τουρκικά, αφού είχαν ζήσει για χρόνια υπό οθωμανική κυριαρχία. Εκείνη την εποχή, τα παιδιά στο σχολείο έπρεπε να ξέρουν πάνω από μία γλώσσα, αν ήθελαν να προοδεύσουν. Ο πατέρας μου πήγαινε σε ιταλικό σχολείο, όπου μάθαινε και γαλλικά 12 ώρες την εβδομάδα. Τέλος, για τέσσερις ημέρες την εβδομάδα, τα απογεύματα μεταξύ 4 και 7 μ.μ., παρακολουθούσε μαθήματα στο εβραϊκό σχολείο που υπήρχε στη συναγωγή της γειτονιάς.

Όταν ήταν μικρός, ο πατέρας μου συμμετείχε στους Προσκόπους της Μακαμπί. Από εκεί εντάχθηκε στις σιωνιστικές οργανώσεις και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση της ριζοσπαστικής σιωνιστικής ομάδας (τάση Gruenbaum) στη Θεσσαλονίκη. Ο Yitzhak Gruenbaum ήταν εξέχων ηγέτης του σιωνιστικού κινήματος στους κόλπους των Πολωνών Εβραίων και υπήρξε ο πρώτος Υπουργός Εσωτερικών του κράτους του Ισραήλ.

Η ομάδα του πατέρα μου επικοινώνησε με τον Gruenbaum που βρισκόταν στο Τελ Αβίβ, κι εκείνος τους επισκέφθηκε στη Θεσσαλονίκη. Αρχικά ήταν μια ομάδα 15-20 μελών, που όμως σταδιακά έγιναν 200. Συνέχισαν τη δράση τους μέχρι το 1936-37, όταν μερικά μέλη κατατάχθηκαν στο στρατό και άλλα μετανάστευσαν στην τότε Παλαιστίνη [σημερινό Ισραήλ]. Το 1938, η ομάδα είχε ήδη διαλυθεί.

Εκείνη την εποχή, στη Θεσσαλονίκη τυπώνονταν και πωλούνταν πολύγλωσσες εφημερίδες, κι έτσι τα μέλη της εβραϊκής κοινότητας γνώριζαν τα εβραϊκά κέντρα που υπήρχαν τόσο στην Ευρώπη όσο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Διατηρούσαν επίσης επαφή με την εβραϊκή κοινότητα της Αυστρίας. Έδιναν ακόμη και ποδοσφαιρικούς αγώνες μεταξύ τους, επισκεπτόμενοι ο ένας την πόλη του άλλου. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930, η εβραϊκή κοινότητα βοήθησε πολλούς Εβραίους από την Αυστρία και τη Γερμανία να διαφύγουν στην Αίγυπτο και την Παλαιστίνη.

Ο πατέρας μου έγινε εθελοντής στην εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης και βοηθούσε μέλη της που ήθελαν να μεταναστεύσουν στην Παλαιστίνη. Αν και η ελληνική κυβέρνηση δεν ήθελε να επιτρέψει σε Εβραίους από άλλες ευρωπαϊκές χώρες να έρθουν στην Ελλάδα, η εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης ανέλαβε η ίδια να τους στεγάσει, να τους εξασφαλίσει τροφή και γενικότερα να τους βοηθήσει.

Όταν ο πατέρας μου έγινε 20 χρονών, είχε σχεδόν ολοκληρώσει το τρίτο έτος σπουδών του λεγόμενου Lycée. Χάρη στις σπουδές λογιστικής και τη γνώση ιταλικών, γαλλικών και ελληνικών, έπιασε δουλειά στην ιταλική τράπεζα. Αυτό κράτησε περίπου έξι μήνες, καθώς το χειμώνα του 1935-36 έφυγε για να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Μετά από 18 μήνες υπηρεσίας σε μια μονάδα πυροβολικού, του δόθηκε εξάμηνη άδεια.

Στο στρατό, από όπου απολύθηκε τον Οκτώβριο του 1937, δεν βίωσε κανέναν αντισημιτισμό. Αντίθετα, οι Εβραίοι θεωρούνταν προνομιούχα κοινωνική ομάδα. Ήταν πιο μορφωμένοι από τους Έλληνες και μπορούσαν να έχουν τις καλύτερες δουλειές. Χάρη στις εξαιρετικές του δεξιότητες στη δακτυλογράφηση, έγινε προσωπικός γραμματέας του αρχηγού του επιτελείου και ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα.

Εκείνη την εποχή, ο πατέρας μου και η οικογένειά του ζούσαν σε ένα διαμέρισμα τεσσάρων δωματίων σε μια καλή, μεσοαστική γειτονιά. Δύο από τις αδελφές του ζούσαν επίσης εκεί, μαζί με τους γονείς.

Η μία αδελφή του μετανάστευσε στην Παλαιστίνη το 1934, για να είναι μαζί με τον αρραβωνιαστικό της. Εκείνος είχε φύγει από την Ελλάδα το 1933, επειδή δεν ήθελε να υπηρετήσει στον ελληνικό στρατό. Σκόπευε να εργαστεί ως ηλεκτρολόγος και ήθελε να εγκατασταθεί πρώτα ο ίδιος εκεί, πριν τη φέρει κοντά του. Σχεδίαζαν να παντρευτούν λίγους μήνες μετά την εγκατάστασή της στην Παλαιστίνη, κάτι όμως που δεν έμελλε να συμβεί. Λίγο μετά την άφιξή της, προσβλήθηκε από ελονοσία και πέθανε ξαφνικά σε ηλικία 20 ετών.

Το 1935, παντρεύτηκε η άλλη μεγαλύτερη αδελφή του και πέθανε ο πατέρας του. Τότε, ο πατέρας μου και η γιαγιά μου μετακόμισαν σε ένα διαμέρισμα με τέσσερα δωμάτια (τα δύο ήταν υπνοδωμάτια), στην ίδια γειτονιά.

Ο παππούς μου είχε αφήσει κάποια χρήματα, κι έτσι η γιαγιά μου μπορούσε να συντηρεί τον πατέρα μου όσο εκείνος σπούδαζε. Όταν ο πατέρας μου βρήκε δουλειά στην ιταλική τράπεζα ως βοηθός ελεγκτή, μετακόμισαν ξανά σε μια καλύτερη γειτονιά που πρόσφερε περισσότερες ευκαιρίες. Έμειναν εκεί μέχρι το 1943.

Ο αδελφός του, ο Σαούλ, είχε παντρευτεί το 1933 και είχε δύο κόρες. Από τις άλλες δύο αδελφές, η μία ήταν παντρεμένη με τρία παιδιά, ενώ η άλλη είχε ένα παιδί. Εκείνα τα χρόνια, ο πατέρας μου ήταν τυχερός που μπορούσε να εξασφαλίσει μια άνετη ζωή και για τον ίδιο και για τη γιαγιά μου.

Τον Οκτώβριο του 1940, όταν η φασιστική κυβέρνηση του Μπενίτο Μουσολίνι κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα, ο πατέρας μου κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό για δεύτερη φορά. Η μονάδα του (πυροβολικό) είχε κληθεί το 1939 για δίμηνη εκπαίδευση. Έγινε προσπάθεια τότε να εξασφαλιστούν οι καλύτερες θέσεις για το πυροβολικό, ώστε να προετοιμαστεί εν όψει του αναμενόμενου πολέμου με την Ιταλία.

Δύο μήνες πριν από τον πόλεμο, κλήθηκαν ξανά και κατάφεραν εύκολα να καταλάβουν τις περισσότερες βουνοκορφές της Αλβανίας. Οι Έλληνες ήξεραν πώς να πολεμούν και να επιβιώνουν στο ορεινό έδαφος της Αλβανίας και της Μακεδονίας, ενώ οι Ιταλοί αντιμετώπισαν σοβαρές δυσκολίες λόγω του εδάφους.

Τον Απρίλιο του 1941, είχαν 24 κανόνια, 12 στραμμένα προς το νότο και 12 προς το βορρά. Στη βόρεια Αλβανία έγιναν περισσότερες μάχες μεταξύ Ελλήνων και Ιταλών. Στο νότιο τμήμα της Αλβανίας, όπου ήταν σταθμευμένος ο πατέρας μου, οι αψιμαχίες ήταν λίγες. Ο ελληνικός στρατός κατάφερε να απωθήσει τον ιταλικό στρατό, αλλά αργότερα υπερίσχυσαν οι γερμανικές δυνάμεις που έρχονταν από τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία. Έτσι, οι ελληνικές δυνάμεις βρέθηκαν ανάμεσα στους Ιταλούς και τους Γερμανούς.

Την 1η Μαΐου, ο βασιλιάς [Γεώργιος Β΄] εγκατέλειψε την Ελλάδα και οι στρατηγοί άρχισαν να παραδίδονται στους Γερμανούς. Οι αξιωματικοί συμβούλευσαν τα μέλη της μονάδας του πατέρα μου να εγκαταλείψουν τα όπλα τους, να βγάλουν όποια διακριτικά φορούσαν και να επιστρέψουν σπίτι τους. Ο πατέρας μου βρέθηκε στην Αλβανία, χωρίς καθοδήγηση από την ηγεσία, καθώς όλοι οι στρατηγοί του ελληνικού στρατού είχαν παραδοθεί και είχαν διατάξει τους στρατιώτες να σταματήσουν να πολεμούν.

Απείχαν 500 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη και χρειάστηκαν περίπου εννέα ημέρες για να επιστρέψουν σπίτι με τα πόδια. Ο πατέρας μου ταξίδευε σε μια τετραμελή ομάδα (τρεις Εβραίοι κι ένας Έλληνας αξιωματικός). Κρύβονταν κατά τη διάρκεια της ημέρας και προχωρούσαν τη νύχτα.

Μαζί με πολλούς άλλους στρατιώτες, προσπαθούσαν να γίνουν ένα με τους ντόπιους για να περνάνε απαρατήρητοι. Σε ορισμένα μέρη όπου οι Γερμανοί μάζευαν αιχμαλώτους πολέμου, οι χωρικοί βοηθούσαν και συμβούλευαν τον πατέρα μου και την ομάδα του πότε να φύγουν και πότε να μείνουν, λέγοντάς τους πού ακριβώς βρίσκονταν οι γερμανικές δυνάμεις.

Σε ένα απομακρυσμένο χωριό της Καστοριάς, μια καλοσυνάτη οικογένεια τούς έδωσε να φάνε και τους πρόσφερε ένα μέρος για να περάσουν τη νύχτα. Την ώρα που η οικογένεια έλεγε τις προσευχές της, ο πατέρας μου και η ομάδα του απείχαν. Όταν τελικά τους είπαν ότι είναι Εβραίοι, τα μέλη της οικογένειας άρχισαν να σταυροκοπιούνται επειδή δεν είχαν δει ποτέ τους Εβραίο. Νόμιζαν ότι ο Εβραίος ήταν ζώο ή, τέλος πάντων, κάτι φρικτό. Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας είχαν ακούσει για τους Εβραίους κατά τη διάρκεια των λειτουργιών τους, αλλά δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι έμοιαζαν με τους ίδιους.

Σε περίπτωση σύλληψης από τους Γερμανούς, η οδηγία που είχαν λάβει από τους αξιωματικούς τους οι Εβραίοι στρατιώτες ήταν να δίνουν μόνο τον αριθμό μητρώου και την πόλη καταγωγής. Δεν έπρεπε όμως να αποκαλύπτουν ποτέ το όνομά τους, καθώς από αυτό θα καταλάβαιναν οι Γερμανοί αν ήταν Εβραίοι ή όχι. Άλλωστε, οι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν βιβλικά ονόματα, όπως Δαβίδ ή Ιακώβ. Αυτός θα ήταν ο ασφαλέστερος τρόπος για να αντιμετωπίσουν τους Γερμανούς.

Κάποια στιγμή, μάλιστα, ο πατέρας μου και η μικρή ομάδα του έκαναν ένα μέρος της διαδρομής μαζί με Γερμανούς στρατιώτες. Φαίνεται ότι οι Γερμανοί δεν ενδιαφέρονταν να συγκεντρώνουν μικρές ομάδες στρατιωτών που ήταν διασκορπισμένες κατά τετράδες, εξάδες ή δεκάδες. Στις μεγαλύτερες πόλεις, αντίθετα, αιχμαλώτιζαν ολόκληρες μεραρχίες και τις έκλειναν σε στρατόπεδα.

Εκείνη την εποχή οι Γερμανοί δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα να κρατούν αιχμαλώτους πολέμου, αφού δεν ήξεραν τι να τους κάνουν. Δεν υπήρχαν στρατόπεδα συγκέντρωσης [γι’ αυτούς]. Δεν ήταν οργανωμένοι και ήθελαν να προελαύνουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, γι' αυτό αδιαφορούσαν παντελώς για τη σύλληψη αιχμαλώτων.

Τελικά, ο πατέρας μου και η ομάδα του διέσχισαν τα βουνά και έφτασαν σε ελληνικό έδαφος. Οι Έλληνες τούς καλωσόρισαν, τους τάισαν και τους έκρυψαν από τα γερμανικά στρατεύματα. Λίγα χιλιόμετρα πριν φτάσει στην πόλη, ο πατέρας μου τηλεφώνησε πρώτα στο σπίτι. Του ζήτησαν να περιμένει σε ένα συγκεκριμένο σημείο εκτός πόλης και να μην κυκλοφορήσει στην πόλη με τη στολή του, γιατί θα συλλαμβανόταν.

Έτσι, έμεινε στο λόμπι ενός ξενοδοχείου λίγα χιλιόμετρα μακριά από την πόλη και περίμενε εκεί τρεις ή τέσσερις ώρες, μέχρι που τον συνάντησε ένας συγγενής και του έφερε μια αλλαξιά ρούχα για να μπορέσει να επιστρέψει σπίτι του με ασφάλεια.

Adresse

Berlin

Benachrichtigungen

Lassen Sie sich von uns eine E-Mail senden und seien Sie der erste der Neuigkeiten und Aktionen von διάπυρον erfährt. Ihre E-Mail-Adresse wird nicht für andere Zwecke verwendet und Sie können sich jederzeit abmelden.

Service Kontaktieren

Nachricht an διάπυρον senden:

Verknüpfungen

Hervorgehoben

Teilen

Kategorie