διάπυρον

διάπυρον ενάντια στην κουλτούρα της εκδίκησης

diapyron.com (Αλμπέρ Καμύ, Ο επαναστατημένος άνθρωπος)

Οι εκδόσεις διάπυροΝ ξεκίνησαν μια μέρα του Νοεμβρίου του 2008. Ήταν περίπου μία εβδομάδα πριν από τα γεγονότα του Δεκεμβρίου, τα οποία άφησαν χαραγμένο πάνω μας, σαν πληγή που δεν κλείνει, το βίαιο, σχεδόν αποκρουστικό στίγμα τους. Το εκδοτικό σχήμα πλαισιώθηκε αμέσως από τον Θανάση Τριαρίδη, ο οποίος συνεχίζει έκτοτε να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωσή του. Ταυτόχρονα, με αγάπη και ανιδιοτέλεια στήριξαν το εγχείρημα και κάποιοι καλοί φίλοι, όπως ο μεταφραστής Διονύσης Παπαδουκάκης, o Θανάσης Πολλάτος, ο γραφίστας Κώστας Μηναΐδης, η σκηνοθέτρια Στέλα Αλισάνογλου, ο ποιητής Κωνσταντίνος Ποζουκίδης, ο συγγραφέας Νίκος Μπόνου, η ζωγράφος Έλλη Γρίβα και ο εκδότης Φαίδωνας Κυδωνιάτης.

Οι θεματικοί άξονες των εκδόσεων διάπυροΝ, όπως ίσως φαίνεται ενδεικτικά και από τους τίτλους των βιβλία μας (όσων εκδόθηκαν και όσων πρόκειται να εκδοθούν), περιστρέφονται γύρω από τη μη βίαιη αντίσταση, την άρνηση του πολύμορφου τρόμου, τον αντιμιλιταρισμό, τους εθνικούς μύθους, την οικολογία, αλλά κυρίως γύρω από την ανθρώπινη ανάγκη.

Ένας από τους στόχους που τέθηκαν εξαρχής ήταν ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας. Τα έσοδα κάθε βιβλίου θα τροφοδοτούν το επόμενο βιβλίο ή/και υποθέσεις αλληλεγγύης (δηλαδή ανάγκης). Η κεντρική διάσταση, ωστόσο, ήταν και παραμένει η ρητή αντίθεση στη βία (όποιο πρόσωπο ή χρωματισμό κι αν έχει: είτε φαιό, είτε κόκκινο, είτε μαυροκόκκινο, είτε γαλανόλευκο). Ή μάλλον, για να ξεφύγουμε από το μοτίβο της άρνησης, η στόχευση ήταν και παραμένει διττή: αφενός, η ανάδειξη της ανθρώπινης ανάγκης (και η συν-παρουσία στον πόνο της), αφετέρου η ανεμπόδιστη ροή του λόγου (άρρηκτα ενωμένη με την αναγνώριση του ετέρου λόγου). Να κάνουμε ένα νεύμα στους δίπλα και στους απέναντι (για να έρθουν ή να πάμε δίπλα), χωρίς θόρυβο. Γιατί ακόμη και τα πιο ανθρωποκεντρικά συνθήματα μπορούν να γίνουν παραγγέλματα, κι οι πιο επαναστατικές φλόγες θεριεύουν και γίνονται πύρινες λαίλαπες που κατακαίουν τα πάντα στο πέρασμά τους.

Γιάννης Ευαγγέλου, Δεκέμβριος 2009

Μέσα στο φως, ο κόσμος μένει η πρώτη κι η τελευταία μας αγάπη.
Τ’ αδέρφια μας αναπνέουν κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό μ’ εμάς,
η δικαιοσύνη είναι ζωντανή.
Τότε γεννιέται η παράξενη χαρά
που μας βοηθάει να ζούμε και να πεθαίνουμε,
και που δεν θα δεχτούμε πια να αναβάλουμε γι’ αργότερα.

Αχμάντ Μανσούρ – Η άνοδος του αντισημιτισμού στο ΒερολίνοΟ ψυχολόγος και συγγραφέας Αχμάντ Μανσούρ είναι μάλλον άγνωστος...
26/09/2026

Αχμάντ Μανσούρ – Η άνοδος του αντισημιτισμού στο Βερολίνο

Ο ψυχολόγος και συγγραφέας Αχμάντ Μανσούρ είναι μάλλον άγνωστος στο ελληνικό κοινό, αλλά πασίγνωστος στη Γερμανία. Γεννήθηκε στο Ισραήλ, σε οικογένεια Αράβων, και ζει στη Γερμανία από το 2004. Είναι από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές στη γερμανική δημόσια συζήτηση για τον ισλαμισμό, τη ριζοσπαστικοποίηση και τον αντισημιτισμό.

*****************************************************************

Ακόμα να το καταλάβετε;

Εβραίοι διανοούμενοι συμβουλεύουν πλέον τους Εβραίους να φύγουν από το Βερολίνο. Δεν το κάνουν από πανικό, αλλά από εμπειρία. Ο φόβος είναι εδώ και τρία χρόνια μόνιμος σύντροφος, και η απογοήτευση είναι ευδιάκριτη στο πρόσωπο σχεδόν κάθε Εβραίου. Εβραίοι φοιτητές αποφεύγουν τα πανεπιστήμια, γιατί δέχονται εκφοβισμό. Εβραίοι γονείς παίρνουν τα παιδιά τους από τα δημόσια σχολεία. Ο αριθμός των αντισημιτικών εγκλημάτων εκτινάσσεται. Η λέξη «σιωνιστής» έχει γίνει βρισιά. Το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ αμφισβητείται καθημερινά. Σχεδόν κάθε εβδομάδα δέχονται επίθεση Εβραίοι και συναγωγές. Και η Χαμάς, μια τρομοκρατική οργάνωση, εξωραΐζεται ως «αντίσταση».

Δεν πρόκειται για κάτι το παροδικό, αλλά για εξέλιξη. Και οι εξελίξεις έχουν αυτουργούς.

Ποιος διαδήλωνε τα τελευταία τρία χρόνια πλάι-πλάι με ισλαμιστές; Ποιος μετατόπιζε τα όρια όσων μπορούμε να λέμε, ώσπου το ανείπωτο έγινε καθημερινότητα; Ποιος σώπασε, σχετικοποίησε, χειροκρότησε;

Αυτά τα ερωτήματα θα έπρεπε να θέτουμε. Αντί γι' αυτό, αρκούμαστε σε απαντήσεις επιπέδου νηπιαγωγείου. «Δεν ήμουν εγώ.» Ή ακόμη πιο βολικά: «Μα αυτό είναι απλώς θεμιτή κριτική στο Ισραήλ.»

Αν είναι απλώς κριτική στο Ισραήλ, γιατί δέχονται επιθέσεις Εβραίοι στο Βερολίνο; Γιατί καίγονται συναγωγές και όχι πρεσβείες; Γιατί υπάρχει συμπάθεια για μια τρομοκρατική οργάνωση που βίασε γυναίκες και απήγαγε παιδιά; Η κριτική σε μια κυβέρνηση δεν χρειάζεται σημαία της Χαμάς. Όποιος την κυματίζει, παρ' όλα αυτά, δεν ασκεί κριτική. Δηλώνει ταύτιση.

Ο αντισημιτισμός ήταν σε αυτή τη χώρα πάντα πρόβλημα των άλλων. Της Δεξιάς, έλεγε η Αριστερά. Των μεταναστών, έλεγε η Δεξιά. Σε μια χώρα όπου όλοι ισχυρίζονται ότι έχουν διδαχθεί από την Ιστορία, κανείς δεν βλέπει αντισημιτισμό στον ίδιο του τον εαυτό. Πάντα μόνο στο γείτονα. Αυτό δεν είναι αναμέτρηση με το παρελθόν. Είναι μετάθεση ευθυνών με ήσυχη τη συνείδηση.

Οι επόμενες μέρες και εβδομάδες στο Βερολίνο θα δείξουν αν το «Ποτέ ξανά» αξίζει ακόμη κάτι. Ή αν θα θάψουμε και αυτή την ψευδαίσθηση, όπως τόσες άλλες τα τελευταία χρόνια.

Όποιος δεν αναμετριέται με τη συζήτηση, επιλέγει το άλλοθι. Και άλλοθι υπάρχουν αυτή τη στιγμή στη Γερμανία απίστευτα πολλά.

Το καθένα από αυτά είναι ένας λόγος παραπάνω για τους Εβραίους να ετοιμάζουν τις βαλίτσες τους.

Αχμάντ Μανσούρ, 25/09/2026

23/09/2026

▬▬▬[ΒΙΝΤΕΟ] – Η αθόρυβη δουλειά των γυναικών της Ομάδας 43▬▬▬

Κάθε φορά που αναφερόμαστε στη θρυλική Ομάδα 43, το μυαλό όλων πάει στους άντρες της ομάδας, πρώην βετεράνους, που στο μεταπολεμικό Λονδίνο ρίσκαραν τη ζωή τους για να διαλύσουν τις φασιστικές συγκεντρώσεις του Όσβαλντ Μόσλεϊ.

Όμως, οι αγώνες σε ζοφερούς καιρούς δεν στηρίζονται μόνο σε όσους βγαίνουν μπροστά και δίνουν μάχες. Πίσω τους στέκονταν άνθρωποι όπως η Έντνα Έντελμαν, που ως έφηβη έκανε αθόρυβη αλλά ουσιαστική δουλειά στο παρασκήνιο: συγκεκριμένα, ήταν γραμματέας στα γραφεία της Ομάδας 43 και βοηθούσε την επιτροπή εκδηλώσεων να μαζεύει τα χρήματα που απαιτούνταν για το ενοίκιο και για τα δικηγορικά έξοδα.

Το όνομά της δεν θα το βρείτε σε καμία λίστα μελών, σε κανένα αφιέρωμα, σε κανένα βιβλίο για την Ομάδα. Κι όμως, χωρίς την αθόρυβη δουλειά ανθρώπων σαν αυτήν, όσοι έβγαιναν μπροστά δεν θα μπορούσαν να κάνουν όσα έκαναν. Η συνεισφορά του καθενός, όσο ταπεινή κι αν φαίνεται, ήταν –και παραμένει– εξίσου απαραίτητη.

Η παρακάτω σύντομη ομιλία είναι μια σπάνια ευκαιρία να ακούσουμε μία από αυτές τις μη καταγεγραμμένες συνεισφορές, με τα δικά της λόγια. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στο διαδίκτυο.

Ημερομηνία: Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου του 2009

Τόπος: Συναγωγή Hampstead Garden Suburb, Norrice Lea, Λονδίνο, N2 0RE

Πλαίσιο: Σαράντα από τα εναπομείναντα μέλη της Ομάδας 43 (αλλά και της διάδοχης Ομάδας 62) συγκεντρώθηκαν στη Συναγωγή του Χάμστεντ για μια τελευταία, βαθιά φορτισμένη εκδήλωση μνήμης. Η εκδήλωση περιλάμβανε ομιλίες, έκθεση από σπάνιο υλικό της εποχής, καθώς και προβολή του ντοκιμαντέρ για τη δράση της ομάδας. Τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς ήταν ο Μόρις Μπέκμαν, τον οποίο είχα την τύχη να γνωρίσω το 2008 στο Φεστιβάλ Αναρχικού Βιβλίου του Λονδίνου. Μετά από δική του πρόσκληση, βρέθηκα εκεί και βιντεοσκόπησα την εκδήλωση. Παρά τα περιορισμένα τεχνικά μέσα της εποχής και την τρεμάμενη εικόνα της ψηφιακής μηχανής, το υλικό αυτό είναι μοναδικό, καθώς δεν κυκλοφορεί πουθενά αλλού.

Λινκ στα σχόλια. Ευχαριστώ τον Martin Sugarman της AJEX (Association of Jewish Ex-Servicemen and Women) για τις διευκρινίσεις.

▬▬▬[2/2] Λέων Μπατής: για πρώτη φορά στα ελληνικά ολόκληρο το ρουμανικό ρεπορτάζ της επιστροφής▬▬▬Ο Λέων Μπατής και οι ά...
14/09/2026

▬▬▬[2/2] Λέων Μπατής: για πρώτη φορά στα ελληνικά ολόκληρο το ρουμανικό ρεπορτάζ της επιστροφής▬▬▬

Ο Λέων Μπατής και οι άλλοι Έλληνες επιζώντες
Συντάκτης: René Theo (Ρενέ Θεοδοσιάδης)
Εφημερίδα Fapta, Τρίτη 13 Μαρτίου 1945, σελ. 1 και 3, Βουκουρέστι.

Στη φωλιά του θανάτου στο Άουσβιτς
— ΟΙ ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΤΙΚΕΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΠΙΖΩΝΤΩΝ
ΑΠΟ ΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ —

Ο φούρνος που έκαιγε ανθρώπους. — Μύλος για το άλεσμα των οστών. — Ένα κρεματόριο ανατινάχθηκε. — Οι κρατούμενοι ήταν πειραματόζωα.
Ένα συγκλονιστικό ρεπορτάζ του RENE THEO

Οι πρώτοι επιζώντες από τα βασανιστήρια των γερμανικών στρατοπέδων θανάτου στην Πολωνία πέρασαν από το Βουκουρέστι, κατευθυνόμενοι προς τη χώρα τους. Πρόκειται για έξι Έλληνες πολίτες που γλίτωσαν ως εκ θαύματος από το στρατόπεδο του Άουσβιτς, στα πολωνογερμανικά σύνορα. Οι αφηγήσεις τους είναι ανατριχιαστικές. Δύο εξ αυτών εργάστηκαν στους φούρνους που έκαιγαν ανθρώπους. Οι διηγήσεις τους ξεπερνούν ακόμη και την πιο δημιουργική φαντασία. Στο ρεπορτάζ που ακολουθεί θα φανεί ο εγκληματικός ρόλος που είχαν τα τάγματα των SS σε αυτά τα εργοστάσια του θανάτου.

Κι αν μέχρι τώρα υπήρχαν ακόμη άνθρωποι που αμφέβαλλαν για την ύπαρξη αυτών των κρεματορίων που έκαιγαν ανθρώπους –δαιμονικό δημιούργημα της ναζιστικής παραφροσύνης–, τα ρεπορτάζ μας, χωρίς τεχνάσματα, βασίζονται στις αφηγήσεις των επιζώντων και θα είναι διαφωτιστικά.

ΤΟ «ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ» ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
24 Μαρτίου 1944!

Σε ολόκληρη την Ελλάδα η Γκεστάπο εξαπολύει διωγμό εναντίον των Εβραίων, καθώς και των ανταρτών που πολεμούσαν στα βουνά της Μακεδονίας, της Κρήτης και της Πελοποννήσου. Συνελήφθησαν γυναίκες, ηλικιωμένοι και παιδιά. Όλοι όσοι πιάστηκαν μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου, στην Αθήνα.

Συνολικά υπέστησαν διωγμό πάνω από 100.000 άνθρωποι. Στις 30 Μαρτίου, βαγόνια κλεισμένα με μολυβδοσφραγίδες ξεκίνησαν με το ανθρώπινο φορτίο τους προς το άγνωστο.

Στις 11 Απριλίου το «εμπόρευμα» φτάνει κοντά στο Άουσβιτς της Σιλεσίας. Αυτή η πόλη, που αριθμεί 20.000 κατοίκους και βρίσκεται στα σύνορα της Πολωνίας με τη Γερμανία, μετατράπηκε από τους χιτλερικούς σε ένα από τα μεγαλύτερα στρατόπεδα θανάτου, όπου λειτουργούσαν έξι κρεματόρια. Η μικρή πόλη όπου βρισκόταν το στρατόπεδο ονομάζεται Μπιρκενάου. Οι έξι σημερινοί επιζώντες που είδαν αυτή τη φωλιά του θανάτου ονομάζονται: Λέων Μπατής, υφασματέμπορος από την Αθήνα, πλατεία Καπνικαρέας 3· Χαΐμ Κάλβος, έμπορος δημητριακών από τη Νέα Ορεστιάδα της Θράκης· Ιωσήφ Ταραμπουλούς, έμπορος δημητριακών από το Διδυμότειχο· Ισαάκ Κανέτι, εργάτης από το Διδυμότειχο· Μεναχέμ Κοέν, ελαιοχρωματιστής από τη Θεσσαλονίκη· και Μωρίς Σουλεμά, εργάτης από τη Θεσσαλονίκη.

Όλοι είναι άνθρωποι ηλικίας 30-45 ετών· στο πρόσωπό τους είναι χαραγμένος ο πόνος από όσα υπέμειναν.

ΣΤΗ ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Μόλις έφτασαν σε αυτή τη φωλιά του θανάτου, υποβλήθηκαν αμέσως σε διαλογή: οι υγιείς, οι γεροί και οι ικανοί για εργασία χωρίστηκαν από τις γυναίκες, τα παιδιά κάτω των 14 ετών και τους ηλικιωμένους, που οδηγήθηκαν στα κρεματόρια του στρατοπέδου.

Όσοι επρόκειτο να «ΖΗΣΟΥΝ» κρατούνταν επί 30 ώρες σε καραντίνα, γυμνοί, για να τους χορηγηθούν με ένεση διάφοροι οροί, και κατόπιν υποβάλλονταν σε αποπαρασίτωση.

Έπειτα τους κατένειμαν σε διάφορες εργασίες: άλλους στα κρεματόρια, άλλους στα υπόγεια εργοστάσια αεροπλάνων και άλλους στα ανθρακωρυχεία.

Η τροφή τους αποτελούνταν από κάτι σαν καροτόσουπα, το ένα τέταρτο ενός ψωμιού και 50 γραμμάρια σαλάμι. Η δουλειά άρχιζε στις 4 και μισή το πρωί και τελείωνε στις 8 το βράδυ. Μια αποκτηνωτική δουλειά, που τις περισσότερες φορές κατέβαλλε τα θύματα, και ο τελευταίος τους δρόμος οδηγούσε στους... φούρνους που έκαιγαν ανθρώπους.

ΠΩΣ ΗΤΑΝ ΧΩΡΙΣΜΕΝΟ ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Η επιφάνεια στην οποία εκτεινόταν το στρατόπεδο θανάτου του Άουσβιτς ήταν 40 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η σιδηροδρομική γραμμή περνούσε από τη μέση του στρατοπέδου, το οποίο ήταν χωρισμένο σε 6 τμήματα, καθένα από τα οποία στέγαζε μια κατηγορία ανθρώπων. Αυτή η «μάντρα», πάνω από την οποία απλώνονταν ζοφερά τα φτερά του θανάτου, περιβαλλόταν από συρματόπλεγμα που βρισκόταν διαρκώς υπό ισχυρό ηλεκτρικό ρεύμα υψηλής τάσης. Γύρω από το στρατόπεδο υπήρχαν μόνιμες θέσεις πολυβόλων, με τις κάννες στραμμένες προς τον περιφραγμένο χώρο με τους ανθρώπους. Σε μια αυλή κρατούσαν πεινασμένα χιλιάδες σκυλιά, ειδικά εκπαιδευμένα για να κυνηγούν τους δραπέτες. Κάθε απόπειρα απόδρασης ήταν αδύνατη. Κι όμως, χιλιάδες απελπισμένοι προτίμησαν το ηλεκτρικό ρεύμα, το πολυβόλο ή το κατασπάραγμα από τα άγρια σκυλιά, παρά να υπομένουν μια τέτοια ζωή.

Στα δύο άκρα του στρατοπέδου υπήρχαν από δύο κρεματόρια σε κάθε πλευρά, ενώ άλλα δύο ήταν στο κοντινό δάσος.

Εδώ βρίσκονταν συγκεντρωμένοι όλοι οι λαοί του κόσμου: Πολωνοί, Γάλλοι, Ρώσοι, Τσέχοι, Βέλγοι, Ολλανδοί, Ιταλοί, Έλληνες, Γιουγκοσλάβοι, Ούγγροι, Τσιγγάνοι, ακόμη και Γερμανοί.

Αμέσως μετά την άφιξη στο στρατόπεδο, χάραζαν με τατουάζ στα θύματα έναν αύξοντα αριθμό στο αριστερό μπράτσο. Το άτομο έχανε την ταυτότητά του και ήταν πλέον γνωστό με αυτόν τον αριθμό. Ένας αριθμός και μια ριγέ στολή, με σχεδιασμένο έναν μεγάλο κόκκινο σταυρό στην πλάτη, ώστε να διακρίνεται από μακριά. Αυτοί ήταν οι άνθρωποι χωρίς ταυτότητα που ζούσαν στο στρατόπεδο θανάτου του Άουσβιτς.

ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣΑΝ ΤΑ ΚΡΕΜΑΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΕΚΑΙΓΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ
Ο Μεναχέμ Κοέν από τη Θεσσαλονίκη εργάστηκε σε αυτά τα κρεματόρια και γλίτωσε από θαύμα, χάρη στην αστραπιαία προέλαση του σοβιετικού στρατού. Οι αποκαλύψεις του είναι συγκλονιστικές:

Όσοι μεταφέρονταν για να καούν δεν ήξεραν ότι έκαναν την τελευταία τους διαδρομή. Τους έλεγαν ότι πηγαίνουν για μπάνιο. Στο λουτρό του θανάτου, στην πραγματικότητα. Τα θύματα οδηγούνταν σε έναν τεράστιο χώρο, όπου γδύνονταν, και έπειτα περνούσαν σε έναν άλλο χώρο, φωτισμένο από πολλούς ηλεκτρικούς λαμπτήρες, χωρίς κανένα παράθυρο. Μόλις το τελευταίο θύμα περνούσε το κατώφλι, η σιδερένια πόρτα έκλεινε ερμητικά. Τότε διοχετευόταν το αέριο και η ασφυξία διαρκούσε 10-12 λεπτά. Μπορούσε κανείς να διακρίνει τους στεναγμούς, τις κραυγές και τους επιθανάτιους ρόγχους. Αφού εξοντώνονταν τα θύματα, άνοιγαν οι πόρτες και έμπαιναν ομάδες εργατών του στρατοπέδου, επιφορτισμένες να μεταφέρουν τα πτώματα, σέρνοντάς τα από τα πόδια ή σηκώνοντάς τα με το φτυάρι, σε ένα χώρο όπου βρισκόταν το κυρίως κρεματόριο. Εδώ τα πτώματα ρίχνονταν σε βαθιά καμίνια, με διαστάσεις 25x25 μέτρα. Αφού τελείωνε αυτή η διαδικασία, περιέλουζαν τα θύματα με πετρέλαιο, χρησιμοποιώντας μια αυτόματη αντλία, και τους έβαζαν φωτιά. Από την καμινάδα του κρεματορίου έβγαιναν φλόγες που έφταναν σε ύψος μέχρι και τα 10-15 μέτρα. Η δυσωδία που αναδιδόταν απλωνόταν σε έκταση 10 χιλιομέτρων. Η μυρωδιά ήταν τρομακτική!

Ο ΜΥΛΟΣ ΠΟΥ ΑΛΕΘΕ ΤΑ ΟΣΤΑ
Οι Εβραίοι που εξαναγκάζονταν να εργάζονται σε αυτά τα κρεματόρια τρέφονταν καλύτερα, χάρη στα τρόφιμα των θυμάτων. Η μακάβρια απασχόλησή τους είχε διάφορες ονομασίες. Από τους 150 αυτούς άντρες, όσοι αναλάμβαναν να καταγράψουν τα πράγματα των νεκρών ονομάζονταν Kanada Kommando, ενώ όσοι ασχολούνταν με την καύση των πτωμάτων ανήκαν στο Sonderkommando. Αυτοί οι 150 Εβραίοι κατοικούσαν σε ξεχωριστή πτέρυγα του στρατοπέδου, για να μην αποκαλύπτουν στους άλλους τα μυστικά και τις ασχολίες των δημίων. Εννοείται ότι, σε τακτά διαστήματα, κι αυτοί έπαιρναν τον δρόμο προς τους φούρνους, για να αντικατασταθούν από άλλους.

Αφού καίγονταν τα πτώματα και δεν έμενε παρά μια οστική μάζα από τα σώματα των θυμάτων, οι εργάτες των κρεματορίων έπαιρναν τα οστά και τα μετέφεραν σε ένα μύλο για να τα αλέσουν και να τα μετατρέψουν σε σκόνη. Αυτή η ανθρώπινη σκόνη φορτωνόταν σε φορτηγά και μεταφερόταν σε έναν ποταμό, σε απόσταση 7 χιλιομέτρων, όπου την πετούσαν στο νερό, για να εξαφανιστεί κάθε ίχνος των εγκλημάτων που διέπραξαν τα χιτλερικά κτήνη.

Με αυτόν τον τρόπο εξοντώθηκαν πάνω από 6 εκατομμύρια άνθρωποι. Σχεδόν καθημερινά αυτά τα κρεματόρια έκαιγαν 25.000 ανθρώπους. Οι ναζί εκπλήρωναν τη μακάβρια αποστολή τους με τον πιο «ευσυνείδητο» τρόπο.

ΤΑ ΚΤΗΝΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ: ΤΑ ΤΑΓΜΑΤΑ ΤΩΝ SS
Οι διοικητές αυτών των στρατοπέδων στρατολογούνταν από τα πιο άγρια μέλη των ταγμάτων των SS. Εξουσίαζαν τη ζωή όλων των κρατουμένων. Η φρούρηση του στρατοπέδου γινόταν επίσης από άνδρες των SS. Οι Γερμανοί στρατιώτες που είχαν την εξωτερική φρούρηση ήταν κι αυτοί θύματα της ναζιστικής κτηνωδίας. Ανώτεροι Γερμανοί αξιωματικοί υπάκουαν στις διαταγές των διοικητών των SS. Η πιο ζοφερή ημέρα ήταν εκείνη κατά την οποία ο γιατρός του στρατοπέδου εξέταζε τους κρατουμένους.

Όσοι κρίνονταν ακατάλληλοι για εργασία ήταν καταδικασμένοι να καούν. Ο γιατρός του στρατοπέδου ήταν ο εισαγγελέας που διέθετε τη ζωή κάθε ανθρώπου σαν να ήταν προσωπικό του κτήμα.

ΕΝΑ ΚΡΕΜΑΤΟΡΙΟ ΑΝΑΤΙΝΑΧΘΗΚΕ
Στις 22 Οκτωβρίου 1944 [λάθος στο δημοσίευμα – 7 Οκτωβρίου 1944 είναι η σωστή ημερομηνία], μια ομάδα περίπου 40 Ελλήνων πατριωτών που κρατούνταν εδώ, με επικεφαλής τον Κοέν, τους αδελφούς Χατζή και τρεις αδελφούς Γκανή (όλοι από την Αθήνα), επιχείρησε την πιο παράτολμη ενέργεια που καταγράφηκε ποτέ στην ιστορία αυτού του στρατοπέδου, η οποία τρόμαξε ακόμη και τους Γερμανούς. Αφού εξασφάλισαν δυναμίτη, ανατίναξαν ένα από τα κρεματόρια στο δάσος του Άουσβιτς. Κατά την ενέργεια αυτή, σκοτώθηκαν αρκετοί Γερμανοί. Η τολμηρή πράξη τούς κόστισε τη ζωή, καθώς όλοι τουφεκίστηκαν αμέσως, ενώ, ως αντίποινα, εκείνη την ημέρα κάηκαν πάνω από 50.000 κρατούμενοι...

ΟΙ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΙ ΗΤΑΝ ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΖΩΑ
Οι σωματικές τιμωρίες που επιβάλλονταν, όπως το «25», το ξύλο με το κοντάκι του όπλου και η εκγύμναση χωρίς ρούχα στο χιόνι επί τρεις ώρες, ήταν ασήμαντες μπροστά σε άλλα μαρτύρια. Οι κρατούμενοι ήταν απλά πειραματόζωα για γιατρούς που έρχονταν από κάθε γωνιά της Γερμανίας. Το νοσοκομείο του στρατοπέδου εξυπηρετούσε μόνο αυτόν τον σκοπό. Έτσι, στον Μεναχέμ Κοέν, έναν από τους επιζώντες που έφτασαν στο Βουκουρέστι, έγινε πείραμα στείρωσης. Δοκίμασαν πάνω του κάθε λογής πειράματα, εξαιτίας των οποίων ο δύστυχος άνθρωπος σήμερα πια δεν είναι άνδρας. Στις γυναίκες γίνονταν ενέσεις με σκοπό να μείνουν έγκυες με τεχνητό τρόπο. Πολλοί πέθαιναν πάνω στο τραπέζι των πειραμάτων των ναζί. Χιλιάδες λίτρα αίματος αφαιρέθηκαν από παιδιά, για να σταλούν σε φιαλίδια στους Γερμανούς στρατιώτες στο μέτωπο.

Ο έμπορος Καψάλης από την Αθήνα, απελπισμένος και θέλοντας να βάλει τέλος στα βάσανά του, ρίχτηκε μαζί με τα δύο παιδιά του στο καζάνι που κόχλαζε, όπου καίγονταν τα πτώματα…

Η ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ
Στις 18 Ιανουαρίου 1945 αναφέρθηκε η παρουσία ρωσικών στρατευμάτων [το κείμενο παρουσιάζει εδώ τυπογραφική ασυνέχεια].

Οι Γερμανοί προσπάθησαν βιαστικά να καταστρέψουν τα πάντα, βάζοντας φωτιά στα παραπήγματα μαζί με τους κρατουμένους. Τότε, σε μια στιγμή απελπισίας, όπως μόνο η εγγύτητα του θανάτου μπορεί να προκαλέσει, μια ομάδα πέντε χιλιάδων ανθρώπων, περικυκλωμένων από φλόγες, έσπασε τους τοίχους προσπαθώντας να δραπετεύσει. Τα πολυβόλα άρχισαν να βάλλουν. Πολλοί κατέφυγαν στο δάσος Golion [έτσι εμφανίζεται στο δημοσίευμα, αλλά πρόκειται μάλλον για παρανόηση του Goleszów], καταδιωκόμενοι από τα σκυλιά. Η ομάδα των έξι ξεκίνησε μαζί, για να αντιμετωπίσει το άγνωστο, προς την ελευθερία...

Στις 26 Ιανουαρίου συνάντησαν τα πρώτα ρωσικά στρατεύματα, που τους δέχτηκαν ανθρώπινα, δίνοντάς τους τροφή και ρουχισμό. Ήταν οι πρώτοι άνθρωποι με ψυχή που συναντούσαν ύστερα από τη μακρόχρονη αιχμαλωσία τους. Περπάτησαν περίπου 400 χιλιόμετρα. Από την Κρακοβία, όπου έγιναν εξαιρετικά δεκτοί, πέρασαν στην Τσεχοσλοβακία και από εκεί στη Ρουμανία. Σε όλη τη διαδρομή τους βρήκαν κατανόηση τόσο από τα ρωσικά στρατεύματα όσο και από τον πληθυσμό.

Ένας από αυτούς, ο Λέων Μπατής, έφυγε το Σάββατο για την Ελλάδα· οι υπόλοιποι θα εγκαταλείψουν τη χώρα στις 24 Μαρτίου, επιστρέφοντας στην πατρίδα.

Άλλο ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα του ναζισμού αποκαλύφθηκε στον πολιτισμένο κόσμο από τα θύματά του. Οι μεγάλοι εγκληματίες, ο Χίτλερ, ο Χίμλερ και η παρέα τους, θα λογοδοτήσουν πολύ σύντομα για όλες αυτές τις θηριωδίες.

Το «Ποτέ ξανά!» έγινε προσταγή, όχι σύνθημα. Έτσι γεννήθηκε η Ομάδα 43. Σαράντα τρεις Εβραίοι –πρώην στρατιωτικοί– και Ε...
02/09/2026

Το «Ποτέ ξανά!» έγινε προσταγή, όχι σύνθημα. Έτσι γεννήθηκε η Ομάδα 43. Σαράντα τρεις Εβραίοι –πρώην στρατιωτικοί– και Εβραίες. Πολλοί από αυτούς είχαν λάβει τις υψηλότερες διακρίσεις πολεμώντας στις τάξεις των βρετανικών δυνάμεων και δεν είχαν σκοπό να επιτρέψουν στους φασίστες να επικρατήσουν τους δρόμους του Λονδίνου, οπότε ενώθηκαν με πολλούς φίλους, Εβραίους και μη, που είχαν επίσης δει τη φρίκη στο ευρωπαϊκό έδαφος. Έτσι άρχισαν όλα. Ήταν η τελευταία φορά που γυρίσαμε το άλλο μάγουλο. Ως 17χρονος τότε νεοσύλλεκτος, ήμουν περήφανος που συμμετείχα.

Βιντάλ Σασούν
Λος Άντζελες, Μάρτιος 1992

Ο ΒΙΝΤΑΛ ΣΑΣΟΥΝ ΩΣ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ 43 ΣΤΟ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ ΛΟΝΔΙΝΟ

Ο Βιντάλ Σασούν έγινε στα 17 του χρόνια μέλος της Ομάδας 43 (περισσότερα εδώ: https://www.facebook.com/diapyron/posts/pfbid02NjacCMLMnvSdMCAtn3eNNqWsqPJcd7dzhv1D6FUfJcpgdLSJvhuZGfuDYihPkyaGl ), της μαχητικής εβραϊκής αντιφασιστικής οργάνωσης που ιδρύθηκε στο Λονδίνο μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αργότερα, συμμετείχε και στον Αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1948 πριν επιστρέψει στο Λονδίνο και ακολουθήσει τη διαδρομή που τον έκανε θρυλικό κομμωτή.

Το βιβλίο του Μόρις Μπέκμαν για την ιστορία της Ομάδας 43 ξεκινάει με τον παρακάτω πρόλογο του Βιντάλ Σασούν:

“Όταν ήμουν παιδί, δεν γνώριζα τίποτα για το μίσος και το βάθος του, ούτε για τη θέση που κατέχει στα ανθρώπινα συναισθήματα και στην ιστορία του ανθρώπινου είδους. Η οικογένειά μου ζούσε εντός των ορίων της Petticoat Lane (ΣτΜ: αγορά του Λονδίνου), στον τέταρτο όροφο της γκρίζας πολυκατοικίας όπου στεγαζόταν ο φούρνος της κυρίας Κοέν – τα μπέιγκελ της ήταν το στήριγμά μας όταν πεινούσαμε. Όλος ο κόσμος μου ήταν εβραϊκός: από τα αγόρια που, σπρώχνοντας τα καροτσάκια τους, φώναζαν σε κόκνεϊ (ΣτΜ: λονδρέζικη διάλεκτος με ρίζες στην εργατική τάξη) για να πουλήσουν την πραμάτεια τους μέχρι το θείο μου, με το παρατσούκλι Kosher Jack, που δούλευε σε κρεοπωλείο στη Middlesex Street. Το κομμωτήριο όπου τελικά ξεκίνησα τη μαθητεία μου ήταν στον αριθμό 101 του Whitechapel Road, και ο “καθηγητής” Adolf Cohen, ο κομμωτής, έγινε μέντοράς μου.

Πώς θα μπορούσα να ξεχάσω την Petticoat Lane, ειδικά τις Κυριακές; Ήταν ο λαβύρινθος μιας πολύχρωμης ανθρωπότητας, ένα καλειδοσκόπιο ανθρώπων που ήθελαν να αγοράσουν και να διασκεδάσουν. Η αγάπη αγοραζόταν με μια καλή κουβέντα και το μίσος πωλούνταν σε κάθε γωνιά του δρόμου. Ο φασισμός άρχισε να εξαπλώνεται ραγδαία. Μου φαινόταν αδιανόητο ότι, μόλις μια συνοικία πιο πέρα, άνθρωποι με μίσος στην καρδιά τους σχεδίαζαν την εξόντωσή μας. Γιατί; Ήμασταν ο ξένος στη φωλιά τους, ένα πουλί από άλλον τόπο, όχι ενδημικό. Αυτό ήταν αρκετό για να φουντώσει την αγωνία των αμόρφωτων σε έναν κόσμο όπου η εξερεύνηση του άλλου ήταν μια τρομακτική εμπειρία. Δεν ήμασταν μόνο ο ξένος – ήμασταν επίσης ο Εβραίος.

Δεν θυμάμαι την ακριβή μέρα που αποφασίσαμε να πληρώσουμε το μίσος με το ίδιο νόμισμα, αλλά ο τρόμος των εικόνων που έρχονταν από το Άουσβιτς, το Νταχάου, το Μπούχενβαλντ και τόσα άλλα μέρη δημιούργησε μια αίσθηση επιβίωσης στον εναπομείναντα εβραϊκό πληθυσμό της Ευρώπης. Όταν μάθαμε για τις ηρωικές πράξεις του Mordechai Anielewitz και των λίγων χιλιάδων ακολούθων του στο γκέτο της Βαρσοβίας, τονώθηκε το ηθικό μας. Ήταν νεαροί Εβραίοι που πολέμησαν τους Ναζί με το πάθος του βιβλικού Δαβίδ, που πέθαναν υπερασπιζόμενοι την αξιοπρέπειά τους.

Το «Ποτέ ξανά!» έγινε προσταγή, όχι σύνθημα. Έτσι γεννήθηκε η Ομάδα 43. Σαράντα τρεις Εβραίοι –πρώην στρατιωτικοί– και Εβραίες. Πολλοί από αυτούς είχαν λάβει τις υψηλότερες διακρίσεις πολεμώντας στις τάξεις των βρετανικών δυνάμεων και δεν είχαν σκοπό να επιτρέψουν στους φασίστες να επικρατήσουν τους δρόμους του Λονδίνου, οπότε ενώθηκαν με πολλούς φίλους (ΣτΜ: Εβραίους και μη) που είχαν επίσης δει τη φρίκη στο ευρωπαϊκό έδαφος. Έτσι άρχισαν όλα. Ήταν η τελευταία φορά που γυρίσαμε το άλλο μάγουλο. Ως 17χρονος τότε νεοσύλλεκτος, ήμουν περήφανος που συμμετείχα.

Βιντάλ Σασούν
Λος Άντζελες, Μάρτιος 1992"

▬▬▬[1/2] Λέων Μπατής: τα χαμένα δημοσιεύματα και οι άγνωστες φωτογραφίες της επιστροφής▬▬▬Τον Μάρτιο του 1945, ο Λέων Μπ...
26/08/2026

▬▬▬[1/2] Λέων Μπατής: τα χαμένα δημοσιεύματα και οι άγνωστες φωτογραφίες της επιστροφής▬▬▬

Τον Μάρτιο του 1945, ο Λέων Μπατής επέστρεψε από το Άουσβιτς στην Ελλάδα. Είχε επιζήσει από το Sonderkommando και από μια πορεία θανάτου, αλλά κανείς δεν τον πίστευε.

Ογδόντα χρόνια αργότερα, κάποια μέχρι πρότινος άγνωστα δημοσιεύματα του ρουμανικού Τύπου, καθώς και δύο άγνωστες φωτογραφίες, μάς επιτρέπουν να ανασυνθέσουμε την επιστροφή του και αποκαλύπτουν κάτι απρόσμενο για την πιο γνωστή φωτογραφία του.

Ευχαριστώ το Books’ Journal για τη φιλοξενία του κειμένου στο τεύχος Ιουνίου (177). Πλέον είναι ελεύθερα διαθέσιμο και online. Λινκ στο πρώτο σχόλιο.

▬▬▬[4/4] Δαβίδ Μπιτράν: η ζωή μετά τον πόλεμο▬▬▬Όταν επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, ο πατέρας μου αντίκρισε μια εβραϊκή κοιν...
21/08/2026

▬▬▬[4/4] Δαβίδ Μπιτράν: η ζωή μετά τον πόλεμο▬▬▬

Όταν επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, ο πατέρας μου αντίκρισε μια εβραϊκή κοινότητα διαμελισμένη. Είχαν μείνει περίπου 1.000 άτομα, κυρίως νεαροί άνδρες που προέρχονταν από τις ομάδες της Αντίστασης, καθώς και περίπου 2.000 που είχαν επιστρέψει από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κάποιοι είχαν κρυφτεί σε σπίτια χριστιανών.

Επέζησε μόνο το πέντε με έξι τοις εκατό του συνολικού πληθυσμού. Κάποιοι επέστρεψαν μέσω Γιουγκοσλαβίας και ίδρυσαν μια οργάνωση, την Ένωση εκτοπισθέντων, για να βοηθήσουν στη διαχείριση των εβραϊκών υποθέσεων. Η ομάδα αυτή συνεργάστηκε με τις οργανώσεις JDC (Αμερικανική Εβραϊκή Κοινή Επιτροπή Διανομής) και UNRRA (Υπηρεσία Αρωγής και Αποκατάστασης των Ηνωμένων Εθνών).

Ο πατέρας μου δεν είχε προλάβει καλά-καλά να φτάσει στη Θεσσαλονίκη, όταν ο ελληνικός στρατός άρχισε να συγκρούεται με το ΕΑΜ. Ωστόσο, έλαβε τρίμηνη αναβολή, καθώς μόλις είχε επιστρέψει από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στο τέλος αυτού του τριμήνου, οι επιχειρήσεις είχαν σταματήσει. Το ΕΑΜ ήταν διαλυμένο και είχε χάσει όλο του το κύρος. Αργότερα, μάλιστα, το κομμουνιστικό κόμμα τέθηκε εκτός νόμου στην Ελλάδα.

Ο πατέρας μου έμεινε χωρίς δουλειά για περίπου έξι μήνες, μέχρι τον Ιανουάριο του 1946. Τότε βρήκε θέση λογιστή σε μια επιχείρηση χονδρικής πώλησης χαρτικών.

Μετά τον πόλεμο, διοργανώθηκε στην Ελλάδα μια εκδήλωση προς τιμήν του αδελφού της γιαγιάς μου, του Γιομτώβ Γιακοέλ, ο οποίος είχε δολοφονηθεί στο Άουσβιτς: ένα ορφανοτροφείο πήρε το όνομά του. Σε εκείνη ακριβώς την εκδήλωση ο πατέρας μου γνώρισε τη γιαγιά μου και τη μητέρα μου. Πολύ σύντομα ο πατέρας μου άρχισε να βγαίνει με τη μητέρα μου και είπε σε ένα φίλο του ότι μόλις είχε γνωρίσει τη μελλοντική του σύζυγο.
Αρραβωνιάστηκαν λίγο αργότερα, παντρεύτηκαν στις 11 Αυγούστου 1946 και έμειναν μαζί στη Θεσσαλονίκη. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1947 γεννήθηκε ο αδελφός μου, που πήρε το όνομα του παππού μου: Ιακώβ Δαβίδ Μπιτράν.

Τον Φεβρουάριο του 1948, ο πατέρας μου δέχτηκε ξανά κλήση από τον ελληνικό στρατό για επιστράτευση, αυτή τη φορά για έναν ακόμη εμφύλιο πόλεμο. Είχε όμως ήδη αγανακτήσει και τους είπε ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα υπηρετούσε στον ελληνικό στρατό. Από το 1936 έως το 1949, στα καλύτερα χρόνια της ζωής του, δεν πέρασε ποτέ δύο συνεχόμενα χρόνια ως απλός πολίτης. Ένιωθε ότι η πατρίδα του δεν ήταν εκεί να τον προστατέψει όταν τη χρειάστηκε.

Νόμιζε ότι η θητεία θα διαρκούσε έξι μήνες, αλλά τελικά κράτησε δεκαπέντε, μέχρι τον Μάιο του 1949. Υπηρέτησε αρχικά στο πυροβολικό και μετατέθηκε στο πεζικό. Βρέθηκε στην πρώτη γραμμή για πέντε-έξι μήνες στην Κατερίνη, στους πρόποδες του Ολύμπου.

Η μονάδα του πηγαινοερχόταν στα βουνά, ανάλογα κάθε φορά με τις φήμες για τις κινήσεις του εχθρού. Ευτυχώς, δεν τους βρήκαν ποτέ. Αυτός ο πόλεμος ήταν κάπως διαφορετικός, γιατί δεν ήξερες πού βρισκόταν ο εχθρός. Κάποιες φορές, βρισκόταν ακόμη και μέσα στην ίδια τη μονάδα. Ο στρατός δεν είχε τρόπο να διασφαλίσει ότι δεν θα υπήρχαν κομμουνιστές ή σοσιαλιστές στις μονάδες του. Κανείς δεν ένιωθε ασφαλής, από τη στιγμή που δεν γνώριζε αν ο διπλανός του ήταν υπέρ του ή εναντίον του. Μετά κι από αυτή τη θητεία, ο πατέρας μου πήρε το απολυτήριό του από το στρατό.

Εγώ γεννήθηκα στις 30 Ιουνίου του 1950 στη Θεσσαλονίκη. Όταν ο πατέρας μου έμαθε για τον νόμο του Τρούμαν για τους εκτοπισμένους, υπέβαλε αμέσως αίτηση για βίζα στην αμερικανική προξενική υπηρεσία της Θεσσαλονίκης. Δεν ένιωθε πια άνετα να ζει στην Ελλάδα. Ανάμεσα στις διαρκείς κλήσεις για στράτευση και στην αναβίωση των οδυνηρών αναμνήσεων όλων των συγγενών του που είχαν χαθεί από τα χέρια των ναζί, του ήταν αδύνατο να παραμείνει στη Θεσσαλονίκη.

Τα όνειρα που είχαν κάποτε οι γονείς μου για το μέλλον τους στην Ελλάδα είχαν αμαυρωθεί από όσα είχαν δει και υπομείνει. Ένιωθαν ότι τους είχαν στερήσει τα ίδια τους τα νιάτα και δεν ήθελαν να στερηθούμε τίποτα κι εμείς. Ήθελαν μια καινούργια ζωή που θα τους πρόσφερε περισσότερη ελευθερία.

Μας πήρε τότε (τη μητέρα μου, τον αδελφό μου κι εμένα) και μας πήγε στο Ισραήλ, το οποίο είχε ήδη ανακηρύξει την ανεξαρτησία του (14 Μαΐου 1948). Ο πατέρας μου είχε εκεί μερικούς φίλους, ενώ εκεί ζούσε και η αδελφή της μητέρας μου. Μείναμε δύο μήνες. Η οικογένειά μου δυσκολεύτηκε να βρει διαμέρισμα και δουλειά. Ήταν γενικά δύσκολο να τα βγάλουμε πέρα. Ο πατέρας μου δεν ήξερε τη γλώσσα, κάτι που εμπόδισε ακόμη περισσότερο την προσαρμογή. Κατέληξε έτσι στο συμπέρασμα ότι το Ισραήλ δεν ήταν αυτό που ήθελε για την ευρύτερη οικογένειά του, στην οποία περιλαμβάνονταν επίσης η γιαγιά μου και η προγιαγιά μου.

Γυρίσαμε πίσω στην Ελλάδα και ο πατέρας μου παρέλαβε τη βίζα. Κάναμε στάση στο Μιλάνο, για να δει ο πατέρας μου αν θα μπορούσε να προσληφθεί από την ιταλική τράπεζα στην οποία εργαζόταν πριν από τον πόλεμο. Ήταν πρόθυμοι να του προσφέρουν δουλειά, αλλά ήταν σίγουροι ότι δεν θα λάμβανε άδεια εργασίας από την ιταλική κυβέρνηση, επειδή είχε πολεμήσει εναντίον της Ιταλίας.

Έτσι, οι γονείς μου, η γιαγιά μου και η προγιαγιά μου αποφάσισαν να μεταναστεύσουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες στις 6 Οκτωβρίου 1951. Ανάδοχός μας ήταν η οργάνωση Jewish Family and Community Services του Κλίβελαντ, όπου μας είχαν στείλει αρχικά.

Μόλις φτάσαμε στη Νέα Υόρκη, ο πατέρας μου ρώτησε αν μπορούσαμε να πάμε στο Σικάγο, επειδή προς τα εκεί θα πήγαιναν και μερικοί φίλοι του. Είχε μάθει λίγα αγγλικά στο σχολείο το 1934, αλλά είχαν ήδη περάσει δεκαεπτά χρόνια από τότε και δεν θυμόταν ούτε λέξη, αν και μπορούσε να διαβάσει λίγο.

Μόλις φτάσαμε στο Σικάγο, η οργάνωση μάς εγκατέστησε σε ένα ξενοδοχείο στη νότια πλευρά της πόλης, στο Χάιντ Παρκ. Μείναμε εκεί προσωρινά, για περίπου δύο μήνες, ενώ η οργάνωση κάλυπτε όλα μας τα έξοδα μέχρι να βρει δουλειά ο πατέρας μου.

Λίγο αργότερα, ο πατέρας μου άρχισε να εργάζεται σε μια εταιρεία βιβλιοδεσίας, την A.G. Cox, θυγατρική της Cuneo Press. Ζητούσαν έναν υπεύθυνο διαχείρισης αποθέματος. Ο πατέρας μου καταλάβαινε τι έψαχναν, δεν μπορούσε όμως να τους εξηγήσει ότι ήξερε αυτό που ήθελαν. Δεν μιλούσε άπταιστα αγγλικά, ένιωσε όμως ότι ο διευθυντής είτε τον λυπήθηκε είτε διαισθάνθηκε ότι μπορούσε να κάνει τη δουλειά. Όπως και να έχει, τελικά προσλήφθηκε. Μέσα στον πρώτο χρόνο, μάλιστα, του έκαναν αύξηση τρεις φορές.

Επειδή στο σπίτι υπήρχαν τρεις γυναίκες (η μητέρα μου, η γιαγιά μου και η προγιαγιά μου), η Jewish Family and Community Service ενημέρωσε την οικογένειά μου ότι η μία θα έπρεπε να πιάσει δουλειά. Προσφέρθηκε η μητέρα μου, κι έτσι βρήκε κι εκείνη δουλειά στην A.G. Cox, στο εργοστάσιο.

Μόλις άρχισε να εργάζεται, δεν χρειαζόμασταν πλέον τη βοήθεια της οργάνωσης και αρχίσαμε σιγά-σιγά να ξαναχτίζουμε τη ζωή μας. Ο πατέρας μου έμεινε τελικά σε αυτή την εταιρεία δυόμισι χρόνια.

Μείναμε στο Χάιντ Παρκ μέχρι το 1954, καθώς η γειτονιά άρχισε να αλλάζει. Ο πατέρας μου βρήκε άλλη δουλειά σε έναν κατασκευαστή καλυμμάτων επίπλων και εργάστηκε εκεί τέσσερα χρόνια. Από το Χάιντ Παρκ μετακομίσαμε στο Άλμπανι Παρκ και μείναμε σε ένα διαμέρισμα στη λεωφόρο Λόρενς για τέσσερα χρόνια.

Ο αδελφός μου κι εγώ αρχίσαμε το εβραϊκό σχολείο, μέναμε όμως πολύ μακριά από τη συναγωγή, οπότε μετακομίσαμε ξανά σε άλλο διαμέρισμα στο Άλμπανι Παρκ. Στο μεταξύ, ο πατέρας μου άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στο Northwestern University, για να φρεσκάρει τις λογιστικές του γνώσεις. Αυτό του επέτρεψε να βρει μια ακόμη καλύτερη δουλειά ως υπεύθυνος προμηθειών στην Ero Industries, όπου εργάστηκε για την υπόλοιπη ζωή του.
[...]

Αν και ο πατέρας μου πέθανε πριν από δεκαεννέα χρόνια, θυμάμαι ακόμη μια φράση από τον επικήδειο λόγο που εκφώνησε ο ραβίνος. Είπε ότι θα μπορούσε κανείς να γυρίσει μια ταινία με τη ζωή του πατέρα μου. Ήταν έτσι ακριβώς. Τίποτα δεν ήταν εύκολο στη ζωή του πατέρα μου. Παρ’ όλα αυτά, εκείνος επέμεινε. Εκείνη η χαρακιά στο αριστερό μάγουλο ήταν από την μπότα ενός ναζί στρατιώτη. Κάθε φορά που κοιταζόταν στον καθρέφτη, του θύμιζε τις φρικαλεότητες που υπέστη και υπέμεινε στα στρατόπεδα.

Ήταν ένας καλός, ευγενικός, συμπονετικός και στοργικός άνθρωπος, που έβλεπε πάντα τη θετική πλευρά των πραγμάτων. Δεν παραπονιόταν ποτέ για τίποτα και είχε πάντα ισχυρή πίστη στον Θεό. Ήταν περήφανος για τη σεφαραδίτικη καταγωγή και κληρονομιά του. Φερόταν στους άλλους με μεγάλο σεβασμό και αξιοπρέπεια. Ήταν αφοσιωμένος σύζυγος, πατέρας και παππούς, που καμάρωνε για τα επιτεύγματα των παιδιών και των εγγονιών του. Απολάμβανε να περνά ώρες παίζοντας και γελώντας μαζί τους.

Θεωρούσε σημαντική τη μόρφωση και μας ενθάρρυνε όλους να συνεχίσουμε να μαθαίνουμε. Έχοντας ζήσει στην Ελλάδα, μιλούσε άπταιστα πολλές γλώσσες, κι αυτό τον διευκόλυνε να πιάνει κουβέντα με πολύ κόσμο. Όποτε χρειαζόμουν μια καλή συμβουλή ή καθοδήγηση, στον πατέρα μου απευθυνόμουν. Ήξερα ότι η σοφία και η πείρα του ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν και ότι νοιαζόταν για το καλό μου. Από τότε που πέθανε, υπάρχει ένα τεράστιο κενό στη ζωή μου.

Όταν αναλογίζομαι τη ζωή του πατέρα μου, θαυμάζω το θάρρος που είχε να μας φέρει όλους στην Αμερική. Δεν είχε μόνο τη σύζυγό του και τα δύο του παιδιά, αλλά και την πεθερά του και τη γιαγιά της συζύγου του. Έξι άτομα συνολικά! Παρόλο που δεν μιλούσε άπταιστα αγγλικά και δεν μπορούσε να διαβάσει και να γράψει στα αγγλικά, δεν το έβλεπε αυτό ως εμπόδιο. Ήξερε ότι θα υπήρχαν δυσκολίες στην πορεία, αυτό όμως δεν τον αποθάρρυνε. Ο τελικός στόχος ήταν μια καλύτερη ζωή για όλους μας και, παρ’ όλες τις αντιξοότητες, ήταν αποφασισμένος να κάνει αυτό το ταξίδι.

▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬

Στη φωτογραφία, η Jane Siedband με τη μητέρα της Μάρθα και τον αδελφό της Ιακώβ.

Adresse

Berlin

Benachrichtigungen

Lassen Sie sich von uns eine E-Mail senden und seien Sie der erste der Neuigkeiten und Aktionen von διάπυρον erfährt. Ihre E-Mail-Adresse wird nicht für andere Zwecke verwendet und Sie können sich jederzeit abmelden.

Service Kontaktieren

Nachricht an διάπυρον senden:

Verknüpfungen

Hervorgehoben

Teilen

Kategorie