25/06/2026
▬▬▬[3/4] Δαβίδ Μπιτράν: η ζωή στο στρατόπεδο▬▬▬
Ο αριθμός 115945, χαραγμένος στο χέρι του πατέρα μου. Η ταυτότητά του για τα επόμενα δύο χρόνια. Όταν έφτασε, στο χέρι του δεν έκαναν τατουάζ το εβραϊκό αστέρι, αλλά ένα τρίγωνο με ένα G που σήμαινε Greece (Ελλάδα). Έμεινε στο Άουσβιτς για ένα μήνα. Στη συνέχεια, μεταφέρθηκε στο Γκολεσάου της Άνω Σιλεσίας (επίσης στην Πολωνία), για να εργαστεί σε ένα εργοστάσιο παραγωγής τσιμέντου.
Σε αυτό το στρατόπεδο έρχονταν κάθε μήνα 500 νέα άτομα που αντικαθιστούσαν τους προηγούμενους. Λόγω των συνθηκών της καταναγκαστικής εργασίας και της ποσότητας του παρεχόμενου φαγητού, ένα άτομο που ζύγιζε 55 κιλά θα έπεφτε στα 38 μέσα σε 30 ημέρες. Τότε γινόταν εξαιρετικά δύσκολη η σωματική εργασία, οπότε η κατάληξη ήταν η εξόντωση.
Ο πατέρας μου έμεινε στο Γκολεσάου για τέσσερις-πέντε μήνες και γρήγορα άρχισε να χάνει βάρος. Σκέφτηκε ότι, αν δεν έκανε κάτι, θα έφτανε και η δική του ώρα. Έτσι, μια μέρα, ισχυρίστηκε ότι είχε ελονοσία. Όταν πήγε στο γιατρό, ευτυχώς είχε ήδη πυρετό. Ήξερε ότι οι Γερμανοί φοβούνταν την ελονοσία επειδή είναι άκρως μεταδοτική, οπότε θα τον έστελναν πίσω στο Άουσβιτς. Είχε μάθει πώς λειτουργούσαν τα πράγματα στα στρατόπεδα και γνώριζε ότι οι Γερμανοί χρειάζονταν εργατικά χέρια. Έτσι, ήλπιζε ότι θα τον κρατούσαν στο νοσοκομείο, μέχρι να δυναμώσει αρκετά ώστε να μπορέσει να εργαστεί ξανά.
Αν έμενε στο νοσοκομείο, θα μπορούσε να πάρει βάρος για να επιβιώσει στο επόμενο στρατόπεδο. Ο πατέρας μου απέδιδε στην εμπειρία του από τον ελληνικό στρατό την οξυδέρκεια και τα ένστικτα που επέδειξε μέσα στα στρατόπεδα. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, του είχαν ανατεθεί σκληρές ασκήσεις, καταδρομικές και μη – για παράδειγμα, έπρεπε να επιβιώσει στη μέση του πουθενά για μια εβδομάδα.
Ήταν όμως και θέμα κριτικής ικανότητας. Ο πατέρας μου πίστευε ότι, για να επιβιώσεις στα στρατόπεδα, έπρεπε να διατηρήσεις τις δυνάμεις σου. Κι αυτό μπορείς να το κάνεις μόνο αν τρως ή κοιμάσαι πολύ. Αν δεν έχεις αρκετό φαγητό, τότε φάε ό,τι έχεις και μετά πήγαινε πάλι για ύπνο. Υπήρχαν πολλοί κίνδυνοι. Μερικοί έπαιρναν το ρίσκο να κλέψουν από άλλους και έχαναν αμέσως τη ζωή τους. Αν έκλεβες Ρώσο ή Πολωνό, θα σε σκότωνε.
Ο πατέρας μου παρομοίαζε τη ζωή στα στρατόπεδα με τη ζωή στη ζούγκλα. Θα προσπαθούσες να βοηθήσεις τον διπλανό σου, αλλά δεν θα μπορούσες να του δώσεις από το φαγητό σου, επειδή περιοριζόταν σε γραμμάρια. Έβλεπε ανθρώπους να ψάχνουν σε κουζίνες και κάδους απορριμμάτων και να τρώνε οτιδήποτε έβρισκαν, χωρίς να ξέρουν αν ήταν επιβλαβές ή όχι. Οι περισσότεροι άνθρωποι πάθαιναν δυσεντερία κάθε μέρα.
Η αντίληψή του για την επιβίωση ήταν ότι ο Θεός ήταν μαζί του και ότι έπρεπε να διατηρεί τη δύναμη και την ενέργειά του. Να δουλεύεις σκληρά μόνο όταν σε βλέπουν. Αν δεν σε βλέπουν, μην δουλεύεις καθόλου. Αν ο Γερμανός δεν σε κοιτάζει, μην κάνεις τίποτα και κοιμήσου όσο περισσότερο μπορείς.
Η διαδικασία που ίσχυε στο Άουσβιτς ήταν ότι σε κρατούσαν για 10-20 μέρες και, αν έβλεπαν ότι ήταν προς όφελός τους να σε κρατήσουν ζωντανό, σε άφηναν να ζήσεις. Αν έβλεπαν ότι δεν ήσουν πια χρήσιμος ως εργατικό δυναμικό, σε σκότωναν. Ο πατέρας μου έμεινε στο Άουσβιτς για περίπου 20 με 25 μέρες.
Τότε άκουσε ότι θα μεταφερόταν στο στρατόπεδο Μαϊντάνεκ του Λούμπλιν, όπου δεν θα υπήρχε καθόλου δουλειά. Είχε ένα φίλο σε εκείνο το νοσοκομείο, κι έτσι τον ρώτησε αν θα μπορούσε να μιλήσει στο γιατρό, για να πάρει εξιτήριο το ίδιο βράδυ και να επιστρέψει στη μονάδα του. Ο γιατρός ήταν εβραίος και τον άφησε να επιστρέψει. Το επόμενο πρωί ξύπνησε νωρίς για την επιλογή για το Μαϊντάνεκ και ήταν ο πρώτος στη σειρά για τη μεταφορά. Η τύχη ήταν με το μέρος του. Αν είχε φτάσει τρεις μέρες νωρίτερα, δεν θα ήταν ζωντανός.
Το ταξίδι από την Κρακοβία μέχρι το Λούμπλιν διαρκεί συνήθως περίπου τρεις μέρες, αλλά σε αυτή την περίπτωση τούς πήρε έξι-εφτά μέρες. Η πολωνική (ή η ρωσική) Αντίσταση είχε ανατινάξει μια γέφυρα από την οποία θα περνούσε το τρένο τους, η οποία έπρεπε πρώτα να επισκευαστεί. Δεδομένου ότι είχαν αρκετό φαγητό μόνο για τρεις ημέρες, δηλαδή για την αναμενόμενη διάρκεια του ταξιδιού, έπρεπε να μείνουν χωρίς φαγητό για τις υπόλοιπες ημέρες.
Έφτασαν στο Μαϊντάνεκ νύχτα και έπρεπε να περάσουν από τους μεγάλους χώρους των ντους. Ανακουφίστηκαν όταν είδαν παράθυρα που μπορούσαν να ανοιγοκλείσουν, οπότε κατάλαβαν ότι δεν ήταν θάλαμος αερίων. Ο πατέρας μου γνώρισε έναν άντρα που είχε τατουάζ στο χέρι του ένα F μέσα σε τρίγωνο. Κατάλαβε ότι ήταν Γάλλος χριστιανός και του μίλησε στα γαλλικά. Εκείνος ρώτησε τον πατέρα μου: «Πώς γίνεται να είσαι Έλληνας και να μιλάς γαλλικά;», για να λάβει την απάντηση: «Ε, και;»
Ο Γάλλος τού απάντησε ότι, αν και υπήρχαν τόσοι Έλληνες εκεί, κανένας τους δεν ήξερε γαλλικά. Όταν συνειδητοποίησε ότι ο πατέρας μου ήταν εβραίος, του συνέστησε το εξής: «Μην τολμήσεις να πεις εδώ ότι είσαι εβραίος. Μόλις σκότωσαν 80.000 εβραίους». Ο πατέρας μου τον ευχαρίστησε και, επειδή υπήρχαν τρεις Έλληνες εβραίοι μαζί του, τους είπε: «Το όνομά σου θα είναι Γεώργιος. Εγώ θα είμαι πλέον ο Νίκος, όχι ο Δαβίδ». Ένας από τους Έλληνες εβραίους ήταν ένα νεαρό αγόρι, περίπου 19 ετών, και ο πατέρας μου τον συμβούλεψε να αποκτήσει κι αυτός ελληνικό όνομα.
Μαζί τους ήταν και μερικοί Πολωνοί εβραίοι, τους οποίους ο πατέρας μου επίσης παρακίνησε να υιοθετήσουν διαφορετικό όνομα και να μην παραδεχτούν ότι ήταν εβραίοι, καθώς τους διηγήθηκε την ιστορία που είχε ακούσει από τον Γάλλο. Πέρασε έναν όμορφο χειμώνα εκεί μέχρι τον Μάρτιο. Έπρεπε μόνο να καθαρίζει τα μονοπάτια από το χιόνι, προκειμένου να φτάνει το φαγητό, και να κάνει διάφορες άλλες αγγαρείες. Δεν υπήρχε πολλή δουλειά εκεί.
Όσο βρισκόταν στο Μαϊντάνεκ, ο πατέρας μου είδε 300 κορίτσια και 300 άντρες. Κανείς δεν επιτρεπόταν να βγει από τον κοιτώνα του. Δεν έπρεπε να πουν πουθενά τι είχε συμβεί. Προφανώς έψαχναν τα ρούχα, τα κοστούμια και τα φορέματα των 80.000 εβραίων, επειδή ήξεραν ότι στο εσωτερικό υπήρχαν κρυμμένα κομμάτια χρυσού. Αυτή ήταν η δουλειά τους κάθε μέρα: να ψάχνουν στα ρούχα, να βρίσκουν οτιδήποτε έχει αξία και να το βάζουν στην άκρη για τους Γερμανούς. Ήταν όμορφα κορίτσια και ρωμαλέοι, δυνατοί άνδρες. Μερικές φορές έβγαιναν για να γυμναστούν. Μια μέρα όμως, εντελώς ξαφνικά, χάθηκαν· όλα τα κορίτσια και όλοι οι άνδρες εξαφανίστηκαν. Ο πατέρας μου δεν ήξερε τι τους συνέβη.
Το 1944 τα πράγματα άλλαξαν λίγο, αλλά όχι προς το καλύτερο. Και πάλι όμως, δεν ήταν τόσο άσχημα όσο το 1943, τη χρονιά που εξοντώνονταν χιλιάδες κάθε μέρα. Το 1944 δεν υπήρχαν τόσο πολλές δολοφονίες. Τα πράγματα είχαν χαλαρώσει λίγο. Οι συνθήκες εργασίας είχαν αλλάξει κάπως. Εκπρόσωποι του Ερυθρού Σταυρού πηγαινοέρχονταν σε ορισμένα στρατόπεδα, αν και ο πατέρας μου δεν τους είδε ποτέ στο Μαϊντάνεκ.
Μερικοί Πολωνοί και Ρώσοι χριστιανοί λάμβαναν δέματα από το σπίτι τους. Αντίθετα, το 1943, κανείς δεν λάμβανε δέματα από πουθενά. Το 1944, τα πράγματα ήταν καλύτερα, μέχρι που έφτασαν 100 χιλιάδες Ούγγροι. Εκείνη την εποχή, οι Γερμανοί χρειάζονταν εργάτες για ένα άλλο στρατόπεδο. Πήραν άντρες από το Μαϊντάνεκ και τους έστειλαν σε ένα αλατωρυχείο στο Πλάζοφ.
Μεταξύ τους και ο πατέρας μου, ο οποίος συνέχισε να χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο «Νίκος Παρασκευάς» (Nikos Parskevaez). Τον θεωρούσαν Έλληνα πολιτικό κρατούμενο και χριστιανό. Το Πλάζοφ ήταν ένα στρατόπεδο έξω από την Κρακοβία. Μάλιστα, το 1939, εκεί κοντά ίδρυσε ο Όσκαρ Σίντλερ ένα εργοστάσιο κατασκευής εμαγιέ σκευών, το οποίο απασχολούσε 370 εβραίους από το γκέτο της Κρακοβίας. Στο τέλος, ο Σίντλερ έσωσε 1.100 κρατούμενους μεταφέροντάς τους σε ένα ασφαλέστερο στρατόπεδο το 1944. Εκείνη την εποχή, δεν πιστεύω ότι ο πατέρας μου είχε την παραμικρή ιδέα για τον Όσκαρ Σίντλερ.
Στην ίδια περιοχή υπήρχε το εβραϊκό στρατόπεδο-πρότυπο, το οποίο ο Ερυθρός Σταυρός επιτρεπόταν να επιθεωρήσει για τη γερμανική προπαγάνδα. Διέθετε οίκο ευγηρίας, βρεφοκομεία, εβραϊκό σχολείο και συναγωγή. Ο πατέρας μου δεν πίστευε στα μάτια του· ήταν ένα στρατόπεδο-πρότυπο.
Δούλευε σε εκείνα τα ορυχεία σποραδικά, από μία έως τρεις μέρες τη βδομάδα. Όταν είχε ρεπό, απλώς περνούσε το χρόνο του στο στρατόπεδο. Έμεναν και παντρεμένα ζευγάρια εκεί, μερικά μάλιστα με μικρά παιδιά. Ο πατέρας μου είδε επιτέλους αυτό που είχε υπαινιχθεί κάποτε ο ραβίνος Κόρετς στην Ελλάδα. Έμεινε σε αυτό το στρατόπεδο για τρεις ή τέσσερις μήνες, μέχρι τον Δεκέμβριο του 1944 ή τον Ιανουάριο του 1945.
Εκεί είχε μια φυσιολογική ζωή και του έδιναν άφθονο φαγητό. Μερικοί άνδρες του στρατοπέδου πήγαιναν να δουλέψουν σε εταιρείες μέσα στην πόλη. Αν ήθελε να το σκάσει και να κρυφτεί, θα μπορούσε να το κάνει. Δεν υπήρχε τόση παρακολούθηση όση σε κάποια άλλα στρατόπεδα. Ρώτησε μερικούς από τους εβραίους που ήξεραν λίγες λέξεις στα γαλλικά, ή ακόμα και μερικούς Γερμανοεβραίους που γνώρισε, αν γίνονταν δολοφονίες σε αυτό το στρατόπεδο. Του απαντούσαν: «Είσαι τρελός; Δεν έχουν σκοτώσει κανέναν».
Κι όμως, είχε ακούσει για την Τρεμπλίνκα και τη Βαρσοβία και πολλά άλλα φρικτά πράγματα που συνέβαιναν. Αλλά οι φόβοι του εξανεμίστηκαν λόγω όσων είδε σε αυτό το στρατόπεδο. Δεν ήταν πια σίγουρος για τίποτα από όσα συνέβαιναν. Μέσα σε αυτούς τους λίγους μήνες, οι ελπίδες του πατέρα μου είχαν αναπτερωθεί σχετικά με την πιθανότητα να βρει κάπου ζωντανή την οικογένειά του: τη μητέρα του, τον αδελφό του, τη γυναίκα του και άλλους δικούς του ανθρώπους.
Τον Ιανουάριο του 1945, οι Γερμανοί υποχώρησαν καθώς οι Σύμμαχοι προχωρούσαν. Πήραν όλους τους κρατούμενους, πολλούς εβραίους που μόλις και μετά βίας κρατιούνταν στα πόδια τους, και τους μετέφεραν στο Μαουτχάουζεν. Έμειναν εκεί για περίπου δύο με τρεις εβδομάδες.
Από εκεί ο πατέρας μου στάλθηκε σε ένα στρατόπεδο εργασίας στο Έμπενζεε της Αυστρίας, όπου για περίπου τέσσερις μήνες εργάστηκε σκληρά στα ανθρακωρυχεία. Οι συνθήκες εκεί ήταν ίδιες με κάθε άλλο στρατόπεδο εργασίας. Όσον αφορά το φαγητό, δεν υπήρχε αρκετό. Η δουλειά ήταν δύσκολη και πάρα πολλή.
Όσο βρισκόταν στο Έμπενζεε, ο πατέρας μου συνάντησε μερικούς Έλληνες, τόσο χριστιανούς όσο και εβραίους, και τους διηγήθηκε αυτό που είχε δει στο προηγούμενο στρατόπεδο. Του είπαν: «Μην πιστεύεις αυτό που είδες! Ίσως ήταν ένας χώρος βιτρίνας, εκεί όπου θα έρχονταν εκπρόσωποι του Ερυθρού Σταυρού. Οι Γερμανοί θα τους έδειχναν ότι δεν έκαναν τίποτα στους εβραίους και ότι, μάλιστα, υπό γερμανική κυριαρχία οι εβραίοι ζούσαν καλά».
Αφού το άκουσε αυτό, οι χειρότεροι φόβοι του πατέρα μου επιβεβαιώθηκαν ξανά, ότι δηλαδή κανείς από την οικογένειά του δεν είχε επιζήσει. Μέχρι τότε είχαν εξοντωθεί τόσο πολλοί εβραίοι, αλλά ο πατέρας μου συνέχισε να ελπίζει ότι κάποιος ήταν ζωντανός. Ποτέ δεν έχασε την ελπίδα.
Απελευθερώθηκε στις 6 Μαΐου 1945, όταν μπήκαν στο στρατόπεδο οι Αμερικανοί. Αυτά που κυριολεκτικά έσωσαν τον πατέρα μου ήταν η τύχη του, το αναλυτικό του μυαλό στην προσπάθειά του να είναι πάντα ένα βήμα μπροστά από τους Γερμανούς, καθώς και η θεία παρέμβαση.
Μετά την απελευθέρωση, στο Έμπενζεε δημιουργήθηκε μια διεθνής επιτροπή που εκπροσωπούσε όλες τις εθνικότητες. Ο πατέρας μου εκπροσωπούσε τους Έλληνες, τους γερμανόφωνους εβραίους και τους μη εβραίους. Αυτή η επιτροπή θα βοηθούσε τους κρατούμενους στη μετάβασή τους προς την ελευθερία, καθοδηγώντας τους κατάλληλα και καταπραΰνοντας την οργή τους.
Την ίδια νύχτα που οι κρατούμενοι κέρδισαν την ελευθερία τους, στην περιοχή του Έμπενζεε άναψαν φωτιές, οι οποίες συνοδεύτηκαν από πυροβολισμούς, δολοφονίες και ταραχές. Υπεύθυνοι για αυτές τις πράξεις ήταν οι πρώην κρατούμενοι, εβραίοι και χριστιανοί. Όλα έγιναν από εκδίκηση και μίσος για τους Γερμανούς. Ήταν ένας τρόπος για τους κρατούμενους να ξεσπάσουν για την καταπίεση που είχαν βιώσει. Ήταν εγκλωβισμένοι για τόσο καιρό, και τα ζωώδη ένστικτα ήταν ακόμη ενεργά.
Δύο με τρεις εβδομάδες αργότερα, εκπρόσωποι της οργάνωσης Magen David Adom (Ερυθρός Αστέρας του Δαβίδ) και του Ερυθρού Σταυρού έφτασαν για να βοηθήσουν. Όμως, πολλοί κρατούμενοι είχαν ήδη φύγει μετά την απελευθέρωσή τους. Ο πατέρας μου έμεινε ακόμη ενάμιση μήνα, για να βοηθήσει στην καταγραφή όσων ήταν ζωντανοί και όσων είχαν αποδεδειγμένα εξοντωθεί. Βοήθησε επίσης ώστε να μετεγκατασταθούν Πολωνοί, Γιουγκοσλάβοι και Έλληνες εβραίοι στο Ισραήλ ή όπου αλλού ήθελαν να πάνε. Κάποιοι περίμεναν βίζα για την Αμερική. Στο τέλος, ο πατέρας μου επέστρεψε από την Αυστρία μέσω Ιταλίας στην Ελλάδα (πρώτα στην Αθήνα, μετά στον Πολύγυρο και τελικά στη Θεσσαλονίκη), τον Ιούλιο του 1945.
Εξακολουθούσε να τρέφει ελπίδες ότι θα έβρισκε τον αδελφό του.
[Το παραπάνω κείμενο είναι η μετάφραση του 6ου κεφαλαίου από το βιβλίο The lost Jewish world of Greece της Jane Siedband. Λινκ στα σχόλια. Στη φωτογραφία η οικογένεια Μπιτράν στο πλοίο με προορισμό την Αμερική.]