15/07/2026
Ο Γκαρύ, επιλέγοντας να αφηγηθεί την ιστορία του Μομό, μέσα από τα μάτια του ίδιου του Μομό και κυρίως με τη γλώσσα του Μομό, έχει λάβει την πλέον καθοριστική συγγραφική επιλογή. Η νεαρή ηλικία και το περιβάλλον καθορίζουν πλήρως την αφηγηματική ιδιαιτερότητα, το πρίσμα υπό το οποίο ο αναγνώστης ξεναγείται σε ένα Παρίσι σκοτεινό, επικίνδυνο, ακατάλληλο, πολύ μακριά από τη λάμψη των τότε πυρκαγιών και τον ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό αναβρασμό. Η επιλογή, εκτός από τους δεδομένους περιορισμούς, κυρίως γλωσσικούς, όπως η αφηγηματική αληθοφάνεια, χαρίζει μια οργιαστική ελευθερία στον συγγραφέα, που με διάθεση γλεντιού την αρπάζει από τα μαλλιά, αποφεύγοντας όσα το πολιτικά ορθό ορίζει, αλλά, ακόμα περισσότερο, όσα η λογοτεχνία, ως το μακρύ χέρι της κοινωνιολογίας, αποστειρωμένα και εκ του μακρόθεν αφηγείται/πιστεύει για το περιθώριο.
(...)
Το βιβλίο που γράφει ο Γκαρύ και η αφήγηση του Μομό διαθέτουν φαινομενικά κάτι το κοινά παιγνιώδες. Ωστόσο, αν και το βιβλίο ως κατασκευή, σχεδιασμός και εκτέλεση, κρύβεται αρκετά καλά πίσω από την αφήγηση του Μομό που κατακλύζει τις σελίδες, είναι το παιχνίδι ενός ενήλικα, φιλοξενούμενου σε εκείνα τα παρισινά προάστια και προσωπικού μας ξεναγού, μια προσομοίωση του περιβόητου experience, την ώρα που η αφήγηση του παιδιού είναι παιγνιώδης μόνο στα μάτια μας, για εκείνο είναι πραγματική ζωή, ο κόσμος ιδωμένος μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, φράση τόσο αισχρά κλισέ, ένας σιγαστήρας συνείδησης, δεν είναι κάτι το χαριτωμένο, κάτι το αφελές, κάτι το περιπετειώδες λες και αναφερόμαστε σε μια εκδρομή στο δάσος. Η αμφιθυμία, η υπονόμευση και η διαπλάτυνση, είναι βασικό συστατικό της λογοτεχνίας, εκεί που αυτό που φαίνεται δεν είναι ακριβώς αυτό που είναι, ή δεν είναι μόνο αυτό, εκεί που η ενόχληση συμβαδίζει και αλληλοδιαμορφώνεται με την απόλαυση, εκεί που το γνώριμο καταρρέει με πάταγο, χωρίς διάθεση για διδαχή και δάκτυλο, εκεί που η μονοσημία πλήττεται θανάσιμα, εκεί που τα όρια της αφήγησης διαρκώς επαναπροσδιορίζονται, τα σημεία παρατήρησης του κόσμου, επίσης.
Και επιστρέφω στην αρχή. Ποιος θα ήταν ο πλέον κατάλληλος να μεταφέρει στην ελληνική αυτό το οργιαστικό πανηγύρι; Σωστά! Ο Αχιλλέας Κυριακίδης, σε δαιμονιώδη φόρμα, εκείνος ήταν και πίσω από τη Ζαζί, πετυχαίνει κάτι δύσκολο, εκείνο που αποτελεί το κυρίως συγγραφικό επίτευγμα, τη σύνθεση μιας γλώσσας γεμάτης λάθη και παρανοήσεις, μια γαλλική, και εδώ μια ελληνική, που για να λειτουργήσει απαιτείται αστείρευτη ευρηματικότητα και διαρκής εγρήγορση, αλλιώς το «Η ζωή μπροστά» δεν θα διαβαζόταν, δεν θα λειτουργούσε, δεν θα ήταν το βιβλίο, η βιβλιάρα, που είναι.
| Ο Γιάννης Καλογερόπουλος γράφει για το μυθιστόρημα του Ρομαίν Γκαρύ (Εμίλ Αζάρ) «Η ζωή μπροστά», σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη |
https://no14me.blogspot.com/2026/07/zoi-brosta-romain-gary.html
#ΔΩΜΑ