16/01/2026
ΈΤΣΙ ΕΧΟΥΝ ΤΑ ΠΡΑΜΑΤΑ
Δρ. Μίκης Μαραντόνα
Η έρημος δεν είχε ονόματα για τα πράγματα. Είχε μόνο τον ήλιο.
Στην αρχή της συγγραφικής μου σταδιοδρομίας, προσπαθούσα να κρατήσω τις λέξεις μου. Τις ψέλλιζα κόντρα στον άνεμο, σφίγγοντας το κομποσκοίνι μου, προσπαθώντας να χτίσω έναν τοίχο από γλώσσα ανάμεσα στον εαυτό μου και το απέραντο λευκό κενό. Αλλά η έρημος ήταν αντικείμενο σκληρό· έσπαγε τις φράσεις μου. Μετέτρεπε τις προσευχές μου σε ξηρή σκόνη που ράγιζε τον λαιμό μου. Κοίτα να δεις πως πάει. Ας πούμε, πως δεν είσαι κανένας, κι εγώ θα μπορούμε να είμαι κάποιος, και ο δρόμος για τον καθένα μας είναι διαμέσων της αγάπης και της δημιουργίας. Λοιπόν, η πάλη του κάποιου ενάντια στην ιδεολογία του κανενός, ενάντια στη υποκειμενική παρόρμηση, ακόμα και ενάντια στο ίδιο του το αντικείμενο, εκδηλώνεται επίσης στη στάση του απέναντι στην επιτυχία και τη φήμη: αυτά τα δύο φαινόμενα δεν είναι παρά μια κοινωνική προέκταση της διαδικασίας που ξεκίνησε υποκειμενικά με την κλίση και τη συγκρότηση του προσωπικού «εγώ» ως κάποιου. Σε ολόκληρη αυτή τη δημιουργική διαδικασία, η οποία ξεκινά με την αυτο-ανακήρυξη ενός ως κάποιου και καταλήγει στη δόξα της υστεροφημίας, δύο θεμελιώδεις τάσεις—θα μπορούσε σχεδόν να πει κανείς, δύο προσωπικότητες κάποιου—βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση: η μία επιθυμεί να απαθανατιστεί μέσω της καλλιτεχνικής δημιουργίας, η άλλη μέσω της συνηθισμένης ζωής—εν ολίγοις, ο αθάνατος άνθρωπος εναντίον της αθάνατης ψυχής του ανθρώπου. Στην ψυχική σφαίρα δεν υπάρχουν γεγονότα, αλλά μόνο ερμηνείες αυτών. Αυτό που επιτυγχάνουμε εσωτερικά θα αλλάξει την εξωτερική πραγματικότητα και τα λοιπά και τα λοιπά…
Τελικά, σταμάτησα να γράφω.
Η μεταμόρφωση ξεκίνησε από το δέρμα. Τα ράσα μου, κάποτε υφασμένα και ξεχωριστά, μπερδεύτηκαν με την υφή των μαλλιών μου· έγιναν μαλλί, έγιναν δέρμα. Τα νύχια μου σκλήρυναν, γύρισαν προς τα μέσα σαν όστρακα ξεχασμένα σε αρχαίους, αποξηραμένους βυθούς. Γινόμουν λιγότερο μια παραφωνία στο τοπίο και περισσότερο ένα κομμάτι του—ένα αιχμηρό θραύσμα, ασβεστοποιημένο από τη ζέστη.
Βρήκα νερό στην κοιλότητα ενός βράχου. Δεν ευχαρίστησα κανέναν θεό· απλώς χαμήλωσα το πρόσωπο. Ο ήχος της γλώσσας μου που έγλειφε το νερό ήταν ο μόνος ήχος στο φαράγγι—νερό στην πέτρα, γλείφει. Ήταν μια φωνή ξεχασμένη, αρχαία και ρυθμική.
Μετά ήρθε η παρουσία. Δεν ήταν όραμα.
Ήταν ζεστή, βαριά και μύριζε σίδερο και χώμα. Το λιοντάρι ξάπλωσε στη λιγοστή σκιά του γκρεμού, κοιτάζοντάς με. Δεν ένιωσα φόβο. Ο φόβος ανήκει σε αυτούς που έχουν πράγματα να χάσουν, κι εγώ τα είχα ήδη χάσει όλα. Κοίταξα το λιοντάρι. Το λιοντάρι με κοίταξε. Δεν υπήρχε επιθετικότητα, μόνο μια κοινή αναγνώριση. Αναπνέαμε τον ίδιο καυτό αέρα. Πατούσαμε στο ίδιο χώμα.
Στα κίτρινα μάτια του θηρίου, δεν είδα κρίση. Δεν είδα «Θεό» ούτε «Αγάπη»—αυτές τις αφηρημένες, βαριές λέξεις που είχα κουβαλήσει από τις πόλεις. Είδα μόνο Ρίζα. Καρπό. Κόκκαλο. Την απόλυτη, συντριπτική πραγματικότητα της στιγμής. Το κόκκαλο της ημέρας.
Σηκώθηκα και για μια στιγμή ένιωσα μια παράξενη αποκόλληση. Κοίταξα κάτω, εκεί που καθόμουν. Είδα τα κουρέλια των ρούχων μου, το σχήμα μιας ανθρώπινης ζωής, να μοιάζει με σκιά που πέρασε και χάθηκε.
Άνθρωπος; σκέφτηκα, και η έννοια μου φάνηκε ξένη, μακρινή. Μια σκιά που πέρασε. Τώρα άνεμος.
Έκλεισα τα μάτια μου. Η σιωπή δεν ήταν πια άδεια· ήταν γεμάτη. Μετρούσα τον υπόκωφο ρυθμό του αίματος στα αυτιά μου. Ήταν ένα τραγούδι χωρίς λέξεις, ένας ύμνος χωρίς στίχους.
Άνοιξα τα μάτια μου στο εκτυφλωτικό μεσημέρι. Δεν υπήρχα πια εγώ, ούτε λιοντάρι, ούτε έρημος.
Υπήρχε μόνο φως. Λευκό, απόλυτο φως.
Και τω Θεώ δόξα. Γιατί άκου!
Ήμουν ξαπλωμένος ανάσκελα στις 4 το πρωί. Έπρεπε να παραδώσω μια εργασία. Το ταβάνι πάνω από το κεφάλι μου ήταν ένας χάρτης, αλλά ήταν ένας πολύ κακός χάρτης. Δεν είχε δρόμους εξόδου. Είχε μόνο λεκέδες από παλιές βροχές. Αν προσπαθούσες να πλοηγηθείς με αυτόν τον χάρτη, θα κατέληγες απλώς βρεγμένος και μπερδεμένος σε κάποιο υπόγειο του χωροχρόνου.
Υπήρχε μια μύγα εκεί πάνω. Περπατούσε πάνω σε μια αφίσα για μια συναυλία των Το Μαράζι της Φωτούλας που δεν έγινε ποτέ. Υποψιάζομαι πως η μύγα σχεδίαζε το τέλος του κόσμου. Χρησιμοποιούσε τα έξι μικροσκοπικά της πόδια για να υπολογίσει την τροχιά της καταστροφής πάνω στο πρόσωπο ενός χαμογελαστού κιθαρίστα. Ίσως και όχι. Ίσως απλώς έψαχνε για ζάχαρη.
Η σκιά μου ήταν κι αυτή εκεί. Ένα κατοικίδιο που είχε ξεχάσει πώς να το σκάσει. Κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον. Δεν είχαμε πολλά να πούμε. Ήθελα να γράψω, έτσι έπινα.
Πρέπει να καταλάβετε κάτι για το σώμα μου εκείνη τη στιγμή. Ήταν ένα παλιό ξενοδοχείο. Οι ενοικιαστές—το συκώτι, τα πνευμόνια, το στομάχι—είχαν ξεχάσει να πληρώσουν το ενοίκιο εδώ και καιρό. Ήταν καταληψίες. Η καρδιά μου, αυτή η χαζή βιολογική αντλία, είχε εφεύρει την αϋπνία. Ο σκοπός της ήταν να ξεχάσω ότι τα ανθρώπινα όντα έχουν βλέφαρα. Τα χέρια μου ήταν δυο αδέσποτα γάντια. Έψαχναν για τσέπες που δεν ράφτηκαν ποτέ, σε ρούχα που δεν υπήρξαν ποτέ.
Κοίταξα έξω από το παράθυρο.
Το φεγγάρι ήταν ένα χάπι. Ένα μεγάλο, λευκό χάπι που ξέχασε ο Θεός στο κομοδίνο Του. Προφανώς, ο Δημιουργός είχε πονοκέφαλο, αλλά μετά αφαιρέθηκε φτιάχνοντας κάποιον άλλον γαλαξία και άφησε το φάρμακό Του να κρέμεται πάνω από την πόλη μας.
Άκουσα τις σειρήνες. Τραγουδούσαν ερωτικά τραγούδια σε αυτοκίνητα. Τα αυτοκίνητα, φυσικά, δεν μπορούν να ερωτευτούν. Είναι φτιαγμένα από μέταλλο και πλαστικό και δεν έχουν ψυχή. Αλλά οι σειρήνες προσπαθούσαν ούτως ή άλλως. Έτσι έχουν τα πράγματα.
Ο αέρας μύριζε σαν υπόσχεση που πήρε φωτιά. Είναι μια πολύ συγκεκριμένη μυρωδιά, σαν καμένο τοστ και απογοήτευση. Κι ο δρόμος για τη Σουηδία είναι μακριά.
Κάποιοι λένε ότι η ελευθερία είναι ένα άγαλμα. Κάτι μεγάλο και εντυπωσιακό. Κοίταξα στη γωνία του δωματίου μου. Το δικό μου άγαλμα το είχε φάει η σκουριά. Τώρα, το χρησιμοποιώ απλώς για κρεμάστρα. Πήρα το βρεγμένο μου τζιν σακάκι και το κρέμασα πάνω στην σκουριασμένη μου ελευθερία.
Κάθισα και περίμενα. Απλώς περίμενα. Ένας θεός ξέρει τι. Τη λέξη. Τη γραμμή. Την ιδέα. Τη φωνή. Κάτι να με αγκαλιάσει:
το πιο δύσκολο πράμα να γράψεις.