27/09/2026
«Εγώ δεν θα πληρώνω για να κάθεται ο Στέλιος στον καναπέ».
Η μάνα μου το είπε έτσι, κοφτά, με τη φωνή της να τρέμει από νεύρα και κούραση. Είχα μπροστά μου τον καφέ που είχε κρυώσει, τα παιδιά στο διπλανό δωμάτιο τσακώνονταν για ένα τάμπλετ που ούτε καν ήταν δικό μας, και εγώ ένιωσα σαν να μου έκοψαν τον αέρα.
«Μαμά, σε παρακαλώ, όχι τώρα…» της είπα.
«Τώρα, Ελένη. Τώρα. Γιατί τόσα χρόνια όλο όχι τώρα λες. Και στο τέλος πληρώνω εγώ το φροντιστήριο της Μαρίας, τα αγγλικά του Νικόλα, τα σούπερ μάρκετ, τη ΔΕΗ, και εκείνος; Εκείνος τι κάνει;»
Δεν απάντησα αμέσως. Γιατί ήξερα. Ήξερα πολύ καλά τι έκανε ο Στέλιος. Τίποτα. Ή σχεδόν τίποτα. Ξυπνούσε αργά, έπινε καφέ στο μπαλκόνι, έλεγε πως «δεν υπάρχουν δουλειές», πως «όλοι με μέσο μπαίνουν», πως «θα κοιτάξει από Δευτέρα». Αυτή η Δευτέρα δεν ερχόταν ποτέ.
Στην αρχή τον δικαιολογούσα. Μετά ήρθε η ντροπή. Μετά η συνήθεια. Και στο τέλος ήρθε εκείνο το βαρύ, βουβό πράγμα που σε κρατάει ακίνητη, λες και είσαι δεμένη χειροπόδαρα μέσα στο ίδιο σου το σπίτι.
Δούλευα κάποιες ώρες σε ένα νυχάδικο στη Νίκαια, μαύρα τις περισσότερες φορές, για να μη λέμε ψέματα. Τα λεφτά δεν έφταναν ούτε για αστείο. Το ενοίκιο, τα κοινόχρηστα, τα σχολικά, τα σούπερ μάρκετ που κάθε εβδομάδα γίνονταν μικρότερα και ακριβότερα. Και πάντα, στο τέλος του μήνα, η μάνα μου έβαζε κάτι στην άκρη για μας. Μερικές φορές 200 ευρώ, άλλες 300. Και χώρια τα έξτρα των παιδιών.
Ο Στέλιος το είχε κάνει δεδομένο.
«Η κυρία Αθηνά θα βοηθήσει», έλεγε με εκείνο το μισό χαμόγελο που με έκανε να θέλω να σπάσω πιάτα.
Μια φορά του είπα, «δεν ντρέπεσαι;»
Και γύρισε και μου απάντησε: «Να ντραπώ για τι; Που δεν γλείφω αφεντικά για 700 ευρώ;»
Εκεί κατάλαβα ότι δεν ήταν προσωρινό. Δεν ήταν ατυχία. Ήταν επιλογή.
Αλλά άλλο να το καταλαβαίνεις και άλλο να το παραδέχεσαι. Γιατί όταν έχεις δυο παιδιά, δεν χωρίζεις εύκολα. Φοβάσαι τα πάντα. Μη λείψει ο πατέρας τους. Μη σε δείξει ο κόσμος. Μη βρεθείς να μετράς κέρματα στο περίπτερο για ψωμί και γάλα. Μη σε πουν αποτυχημένη. Στην Ελλάδα όλοι έχουν γνώμη, ειδικά όταν δεν ζουν τη ζωή σου.
Η μάνα μου εκείνη τη μέρα δεν μάσησε τα λόγια της.
«Άκουσέ με καλά, Ελένη. Αν μείνεις μαζί του, εγώ σταματάω. Όλα. Και τα λεφτά και τα μαθήματα των παιδιών. Δεν θα σας βλέπω να βουλιάζετε ενώ εκείνος κάθεται. Αν θες να σωθείς, φύγε. Αν μείνεις, θα είναι δική σου απόφαση».
Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει.
«Με εκβιάζεις;» της φώναξα.
«Σε σπρώχνω να ζήσεις», μου είπε. Και για λίγα δευτερόλεπτα το μόνο που ακουγόταν ήταν τα παιδιά από μέσα και το ρολόι της κουζίνας.
Έφυγα από το σπίτι της τρέμοντας. Στον δρόμο έκλαιγα από θυμό. Έλεγα πως είναι σκληρή, πως δεν καταλαβαίνει, πως με διαλύει κι άλλο. Όταν γύρισα σπίτι, ο Στέλιος ήταν στον καναπέ και χάζευε βίντεο στο κινητό.
«Η μάνα σου τι είπε;» ρώτησε χωρίς να με κοιτάξει.
Τον κοίταξα για λίγα δευτερόλεπτα και ένιωσα κάτι να σπάει μέσα μου. Όχι απότομα. Σαν γυαλί που είχε ήδη ραγίσει και απλώς ήρθε η ώρα του.
«Είπε ότι τέλος».
👇👇👇