04/08/2026
Καλό καλοκαίρι με ... βραβευμένα διηγήματα!.. και με ένα απόσπασμα από το διήγημα "Ο ΦΑΡΟΣ"
"...Ήταν κι αυτός καπετάνιος μια φορά. Είχε δικό του πλεούμενο κι έφερνε βόλτα το Αιγαίο μεταφέροντας εμπορεύματα από τον Πειραιά στα νησιά και πέρα απ’ τις Κυκλάδες. Οι δουλειές πήγαιναν πρίμα, το σπίτι του στην Παροικιά το ‘χε κάνει σωστό παλάτι, τύφλα να ‘χε το αρχοντικό του Κρίσπη. Δεν θ’ άφηνε ποτέ το νησί του ο Νάκος ο Τσακνής. Οι άλλοι ας τρέχανε στην Αμερική ή έστω στην Αθήνα. Δεν θα παράταγε τη θάλασσα. Κι η Μαρουσώ αγαπούσε το νησί κι ας λέγανε όλοι ότι η πρωτεύουσα έχει άλλα μεγαλεία. Δεν είχε ούτε δυο χρόνια που ‘στησε το σπιτικό του ο καπετάν Νάκος, παίρνοντας για γυναίκα του τη Μαρουσώ κι έπλεε όχι μόνο στο Αιγαίο πέλαγος, μα σε πελάγη ευτυχίας. Ώσπου…
Εκείνη η νύχτα ήρθε αφέγγαρη. Έβλεπε καθαρά στον ορίζοντα τον Σταυρό του Νότου. Η θάλασσα μονάχα ήταν αλλιώτικη. Πάνω που μπουνατσάριζε ο καιρός, σηκώθηκε ένα ύπουλο μελτέμι. Το σκαρί του Νάκου δεν το φοβότανε, είχε περάσει πολλά μελτέμια, θα το περνούσε κι αυτό αν… Αν ο Φλανάς δεν είχε ‘φροντίσει’ διαφορετικά! Ο Φλανάς που τον είχε στο καράβι του κι αποδείχτηκε φίδι κολοβό. Κοντοζυγώνανε στην Παροικιά κι ήταν χαρούμενος που ξεφορτώνοντας στη Ρόδο βρήκε φορτίο για Ερμούπολη -πάνω στο δρόμο τους δηλαδή- κι έτσι θα διανυκτέρευαν στα σπίτια τους, ως τα μεσάνυχτα θα ‘χαν φτάσει στην Πάρο. Θα του άφηνε καλά λεφτά τούτο το απρόσμενο αγώγι. Ήδη επέστρεφαν απ’ τη Σύρο, δόξα τω Θεώ, πήγε καλά και τούτο ταξίδι. Δεν υποψιάστηκε που ο Φλανάς τον έτρωγε επίμονα να πάει να ξεκουραστεί, ενώ δεν έμεναν ούτε δυο ώρες για να πιάσουν λιμάνι. Λες κι ήθελε να τον ξεφορτωθεί. Μα ο Νάκος ο Τσακνής δεν αφήνει τη γέφυρα. Και μήπως τι κατάφερε που ‘ταν ‘χτισμένος’ εκεί; Δεν το πρόλαβε το κακό. Είχαν περάσει πια τη Νάτα όταν ξαφνικά κι αναπάντεχα σταμάτησαν οι αντλίες! Το καράβι παράδερνε ακυβέρνητο όσο κι αν πάσχιζε ο μηχανικός να βρει και να φτιάξει τη βλάβη, δεν παίρνανε πορεία πιο δεξιά, τα κύματα το πήγαιναν ίσα στους βράχους πιο κάτω απ’ τη Νάτα, μπροστά του έβλεπε τον φάρο του Κόρακα και απελπισμένα πάλευε ν’ αλλάξει ρότα… Γιατί, γιατί; Ο έλεγχος είχε γίνει κανονικά πριν ξεκινήσουν το ταξίδι… Η καρδιά του ζύγιζε δέκα τόνους όταν έδωσε σήμα εκκένωσης. Τουλάχιστον να σωθούν οι άνθρωποι, Θεέ μου..."
!