10/09/2025
Πίσω από τον φιλειρηνισμό και τις υψηλόφρονες ηθικά διακηρύξεις του κρύβεται, πολύ συχνά, μια θεμελιώδης υποκρισία ή λιγοψυχία. Για παράδειγμα, παλιότερα ο φιλειρηνισμός αποτελούσε προκάλυμμα σοβιετικής προπαγάνδας, εφόσον στόχευε μονάχα τον δυτικό ιμπεριαλισμό. Αντίστοιχα, πλέον είναι φύλλο συκής του δυτικού φιλο-πουτινισμού, της «απομονωτικής» συνιστώσας του αμερικανικού εθνικισμού και της μαφιόζικης ολιγαρχίας γύρω από τους Τραμπ-Μασκ. Πάντοτε, όμως, υπό μια έννοια, συνιστούσε εκλογίκευση της λιγοψυχίας, όπως φαίνεται με ιδιαίτερα εύγλωττο τρόπο στην περίπτωση διάφορων «συνεργατών» των ναζί, από τον Κνουτ Χάμσουν (που θεωρούσε τον Χίτλερ «μαχητή υπέρ της ανθρωπότητας, κήρυκα του ευαγγελίου της δικαιοσύνης για όλα τα έθνη», επειδή αποτέλεσε αντίβαρο στον μισητό βρετανικό αποικιοκρατικό ιμπεριαλισμό) ως τον Γάλλο, πρώην σοσιαλιστή, Marcel Déat (που κήρυττε την παραίτηση απέναντι στο αναπόφευκτο της ναζιστικής επικράτησης, χρησιμοποιώντας «τα παλιά πασιφιστικά και διεθνιστικά συνθήματα […] για να εξυπηρετήσει την πιο κυνικά ιμπεριαλιστική εκστρατεία της σύγχρονης εποχής»).
Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει εδώ και στον Σελίν, εφόσον η στάση του θυμίζει σε αρκετά σημεία τις τοποθετήσεις όσων σήμερα καταγγέλλουν ως πολεμοχαρείς μιλιταριστές εκείνους που απορρίπτουν την πολιτική εξευμενισμού της Ρωσίας. Το 1937, στον πιο διαβόητο αντισημιτικό του λίβελο, ο Γάλλος μυθιστοριογράφος ανέπτυσσε έναν αντισημιτισμό που είχε ως βασική του παράμετρο έναν αντιμιλιταρισμό προερχόμενο από το σοκ της συμμετοχής στον Α΄ Π.Π. και τον φόβο πως ο κόσμος βάδιζε προς ένα νέο αντίστοιχο σφαγείο. Ισχυριζόταν, λοιπόν, ο Σελίν πως είναι οι Εβραίοι που ουσιαστικά μας οδηγούν προς τον επερχόμενο πόλεμο κι όχι ο Χίτλερ («Τι θέλουν οι Εβραίοι; Τι κρύβεται πίσω από τις σοσιαλ-κομμουνιστικές τους ασυναρτησίες; Από τον δημαγωγικό τους καρνάβαλο; Από τούτη τη διαβολική τους απατεωνιά; Τι θέλουν; Να πάμε να σκοτωθούμε για χάρη τους, να είμαστε εμείς που θα επωμιστούμε τα τουφέκια για χάρη τους, να πάμε εμείς οι ηλίθιοι να ξεκληριστούμε από τα πολυβόλα του Χίτλερ»). Διόλου τυχαία, επιτίθετο στη δήλωση του (Εβραίου και σοσιαλιστή) Λέοντα Μπλουμ ότι «οι διεθνείς δεσμεύσεις αψηφούνται ή ακυρώνονται όταν οι δυνάμεις που τις υπογράφουν δεν είναι αποφασισμένες να πάνε μέχρι τέλους. […] πράγμα που σημαίνει να έχουν αποδεχτεί τον κίνδυνο πολεμικής σύρραξης. Θα πρέπει να συμφιλιωθούμε με το ενδεχόμενο του πολέμου, αν θέλουμε να διασφαλίσουμε την ειρήνη». Και όλα αυτά εντός μιας γενικής υποταγής στην ωμή δύναμη και την υποτιθέμενη αρετή της «ειλικρίνειας» που τη συνοδεύει («Ο Χίτλερ δεν μου λέει ψέματα, όπως οι Εβραίοι, δεν μου λέει ότι είναι αδερφός μου, μου λέει ότι “η ισχύς καθορίζει το δίκαιο”. Ξεκάθαρα πράγματα, δηλαδή, να ξέρεις πού πας»).
Τα συγκεκριμένα παραδείγματα (που καταδεικνύουν την «ψυχική διαδικασία μέσω της οποίας οι φιλειρηνιστές, που αρχικά ένιωθαν φρίκη απέναντι στη βία, τελικά καταλήγουν να μαγεύονται από την επιτυχία και την ισχύ του ναζισμού», για την οποία μιλούσε ο Όργουελ) μπορεί ν’ ακούγονται υπερβολικά, εντούτοις καταδεικνύουν μια θεμελιώδη πραγματικότητα: Πολύ συχνά, ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με γεωπολιτικούς δρώντες που δεν αποδέχονται καμία από τις θεμελιώδεις αρχές του Διεθνούς Δικαίου ή/και του δυτικού φιλελευθερισμού (σε ό,τι έχει να κάνει με τη φύση του καθεστώτος τους), οι όποιες διαφορές δεν μπορούν να επιλυθούν μέσω διαπραγματεύσεων, βάσει της αρχής των αμοιβαίων παραχωρήσεων. Αναγκαστικά, σε αυτές τις περιπτώσεις η υπεράσπιση των αξιών της ελευθερίας και της δημοκρατίας περνά μέσα από την ένοπλη σύγκρουση, όσο κι αν κάτι τέτοιο φαντάζει σε πολλούς ως αξιακή υπαναχώρηση ή παραχώρηση στον μιλιταρισμό.
Υπό την έννοια αυτή, αν θέλουμε ν’ αναφερθούμε και στη δική μας πολιτική παράδοση, είναι εντελώς άλλο πράγμα ο ντεφαιτισμός, δηλαδή η άρνηση συμμετοχής σε μια πολεμική σύρραξη μεταξύ δύο ή και περισσότερων εθνικών κρατών, στο όνομα της συναδέλφωσης των λαών πάνω από σύνορα και πατρίδες, με σκοπό τη μετατροπή μιας εθνικής σε ταξική σύγκρουση – έστω κι αν βασιζόταν σε μια απλουστευτική ανθρωπολογία· κι άλλο εντελώς πράγμα η απολίτικη αντίθεση σε οποιαδήποτε μορφή πολέμου – ακόμα περισσότερο όταν γίνεται στο όνομα της προστασίας της υλικής μας ευμάρειας: εν προκειμένω, της ικανότητας να μη διαταράσσεται η κάλυψη των ενεργειακών μας αναγκών, όπως στην περίπτωση της Γερμανίας (για «διεξαγωγή ενός άνευ προηγουμένου οικονομικού πολέμου ενάντια στον πιο σημαντικό ενεργειακό μας προμηθευτή» κατηγορούσε τη γερμανική κυβέρνηση η Σάρα Βάγκενκνεχτ πριν αποχωρήσει από τη γερμανική «Αριστερά» [Die Linke]), ή της συγκράτησης του κόστους των καταναλωτικών αγαθών, όπως στην περίπτωση των Αμερικανών οπαδών του απομονωτισμού, οι οποίοι δικαιολογούν την αντίθεσή τους στη συνέχιση της αμερικανικής στήριξης προς την Ουκρανία τονίζοντας τις πληθωριστικές συνέπειες του πολέμου. Αναγκαστικά, όπως πολύ εύστοχα το έθετε ο Θουκυδίδης, απηχώντας τη δημοκρατική κοσμοαντίληψη των Αρχαίων Αθηναίων, «ευτυχία θα πει ελευθερία και ελευθερία σημαίνει ανδρεία». Με άλλα λόγια, η προάσπιση της ελευθερίας, όπως κάθε φορά μπορεί να ορίζεται, δεν είναι κάτι δεδομένο αλλά προϋποθέτει θυσίες κι απαιτεί θάρρος.
Ν. Γιαννίκας, Νίκος Ν. Μάλλιαρης - "Ο πόλεμος από ανθρωπολογική σκοπιά"