20/11/2025
Στην πολυθρόνα του ο ψυχαναλυτής περνά την αναπόφευκτη γι᾽ αυτόν δοκιμασία της αλήθειας, αφού πρέπει ασταμάτητα να διαπράττει τη δολοφονία του παιδιού, να αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να την εκτελέσει και, τέλος, να λαμβάνει υπόψη την παντοδυναμία του infans (του νηπίου, αυτού που δεν μιλά). Η ψυχαναλυτική πρακτική στηρίζεται στο φανέρωμα του συνεχούς έργου μιας δύναμης θανάτου: εκείνης που συνίσταται στο να σκοτώσει το θαυμαστό (ή τρομακτικό) παιδί, που από γενιά σε γενιά μαρτυρά, αποκαλύπτει τα όνειρα και τις επιθυμίες των γονέων. Ζωή υπάρχει μόνο σε αντάλλαγμα με τη δολοφονία της πρώτης, αλλόκοτης εικόνας, που εντός της εγγράφεται η γέννηση καθενός μας. Δολοφονία μη πραγματοποιήσιμη, αν και απαραίτητη, γιατί, αν πάψουμε να σκοτώνουμε το διαρκώς αναγεννώμενο "θαυμαστό παιδί", δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα ζωής, ζωή επιθυμίας ή ζωή δημιουργίας.
Το θαυμαστό παιδί είναι πρώτα απ' όλα η νοσταλγία του μητρικού βλέμματος, που τυλίγει το παιδί με την υπέρτατη αίγλη, όπως ο ενθρονισμένος Ιησούς-παιδί, είναι φως και ακτινοβόλο κόσμημα απόλυτης ισχύος. Αλλά είναι ήδη και το εγκαταλειμμένο, το χαμένο σε μια ολική αδιαφορία παιδί, που μόνο του στέκει απέναντι στον τρόμο και στον θάνατο. Στην εξαίσια παρουσία του παιδιού της σάρκας επιβάλλεται, πιο ισχυρή από τις φωνές ή το γέλιο του, η εκθαμβωτική εικόνα του παιδιού-βασιλιά, σε απόλυτη συμμετρία με τον πόνο της Πιετά. Μέσα από το πρόσωπό του λάμπει, κυριαρχική και αποφασιστική, η βασιλική μορφή των ευχών, των αναμνήσεων, των ελπίδων και των ονείρων μας. Εύθραυστη και ιερατική, αναπαριστά, σ' αυτό το μυστικό θέατρο όπου παίζεται η μοίρα, το πρώτο (ή τρίτο) πρόσωπο από το οποίο μιλά το ασυνείδητο. Το θαυμαστό παιδί είναι μια θεμελιώδης ασυνείδητη παράσταση, στην οποία δένονται μεταξύ τους, πιο σφιχτά απ' ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη, οι ευχές, οι νοσταλγίες και οι ελπίδες του καθενός. Μέσα από τη διάφανη πραγματικότητα του παιδιού μάς δείχνει, σχεδόν απροκάλυπτα, το πραγματικό των επιθυμιών μας. Μας μαγεύει κι εμείς δεν μπορούμε ούτε να αποστρέψουμε το βλέμμα αλλά ούτε και να την καταλάβουμε.
Αν αρνηθούμε, σημαίνει ότι πεθαίνουμε, ότι δεν έχουμε πια λόγο ύπαρξης. Αλλά και η προσποίηση ότι κρατιόμαστε απ' αυτήν σημαίνει ότι καταδικάζουμε τον εαυτό μας να μη ζει. Υπάρχει για τον καθένα μας ένα παιδί που πρέπει να σκοτώσουμε, υπάρχει το πένθος μιας παράστασης πληρότητας και μιας ακίνητης απόλαυσης που πρέπει να τηρήσουμε και να τηρήσουμε ξανά συνεχώς, υπάρχει ένα φως που τυφλώνει για να μπορέσει να λάμψει και να απλωθεί στο σκοτάδι της νύχτας. Όποιος δεν τηρεί συνεχώς αυτό το πένθος του θαυμαστού παιδιού που κάποτε υπήρξε, παραμένει στις ουράνιες μονές και στη γαλακτώδη καθαρότητα μιας αναμονής χωρίς σκιά και χωρίς ελπίδα. Όποιος όμως νομίζει ότι έχει, διά παντός, εκδικηθεί τη μορφή του τυράννου, αυτοεξορίζεται από τις πηγές της ιδιοφυΐας του και θεωρείται ένας αμφισβητίας απέναντι στη βασιλεία της απόλαυσης.
- S. Leclaire, Σκοτώνουν Ένα Παιδί. Δοκίμιο για τον Πρωτογενή Ναρκισσισμό και την Ενόρμηση Θανάτου, μτφρ. Ι. Παπαγιάννη