01/07/2026
Τι σχέση έχει η «Εποχή των Επαναστάσεων», η οθωμανική Κύπρος και ο λαγοκέφαλος; Ο Antonis Hadjikyriacou στην εξαιρετική του μελέτη με τίτλο «Χερσαίο νησί. Η Μεσόγειος και η Κύπρος στην οθωμανική Εποχή των Επαναστάσεων» αναλύει αριστοτεχνικά τη σχέση Ιστορίας, Περιβάλλοντος και Οικονομίας:
«Ο όρος «λεσσεψιανοί μετανάστες» περιγράφει τα εκατοντάδες είδη θαλάσσιων οργανισμών ινδοειρηνικής προέλευσης που μετανάστευσαν από την Ερυθρά Θάλασσα στη Μεσόγειο μετά τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ και αποτελούν «το πιο σημαντικό βιογεωγραφικό φαινόμενο στους σύγχρονους ωκεανούς». Η Κύπρος ήταν από τους πρώτους προορισμούς των νέων ψαριών, τα οποία ενσωματώθηκαν με τους ντόπιους θαλάσσιους πληθυσμούς. Ανάμεσά τους και η λευκή και μαύρη κουρκούνα (Siganus rivulatus και S. luridus), γνωστές στην Ελλάδα ως Γερμανός. Αν σήμερα τα συγκεκριμένα ψάρια είναι ιδιαιτέρως διαδεδομένα και ενταγμένα στη διατροφική κουλτούρα της Κύπρου μετά από δεκαετίες παρουσίας στις κυπριακές θάλασσες (η πρώτη επίσημη αναφορά της λευκής κουρκούνας ήταν το 1928), αυτό δεν ίσχυε με ομοιόμορφο τρόπο σε όλο το νησί. Όταν έφτασαν οι πρώτοι πρόσφυγες από την Αμμόχωστο και την Καρπασία μετά την εισβολή του 1974 στη Λάρνακα, τη Λεμεσό και την Πάφο, οι ήδη εξοικειωμένοι και λάτρεις του ψαριού τέως κάτοικοι της ανατολικής Κύπρου, ανακάλυψαν ότι το είδος ήταν απαξιωμένο στις νότιες ακτές του νησιού από τους ντόπιους ψαράδες, και άρα φθηνή (και ενίοτε δωρεάν) τροφή. Με τον τρόπο αυτό, διαδόθηκε η κατανάλωσή της στην υπόλοιπη Κύπρο. Πιο πρόσφατα, τα συ-μγκεκριμένα είδη έχουν ενταχθεί στις διατροφικές συνήθειες κάποιων νησιών των Δωδεκανήσων, παρότι στην υπόλοιπη Ελλάδα υπάρχει μια αποστροφή για αυτά.
Το φαινόμενο της λεσσεψιανής μετανάστευσης δεν είναι ουδέτερο. Οι κουρκούνες έχουν χαρακτηριστεί «εισβολέας» και χωροκατακτητικό είδος με καταστροφικές επιπτώσεις στη θαλάσσια χλωρίδα του βυθού (φυτοβενθικές κοινότητες), διαταράσσοντας τις ισορροπίες του οικοσυστήματος. Ακόμη πιο σοβαρή είναι η απειλή από έναν άλλο λεσσεψιανό μετανάστη, τον λαγοκέφαλο (lagocephalus sceleratus), όχι μόνο λόγω των δυσμενών του επιπτώσεων στη βιοποικιλότητα, αλλά και λόγω της ικανότητάς του να προκαλεί σοβαρές ζημιές στα αλι-μευτικά εργαλεία με τα ισχυρά του δόντια και, κυρίως, λόγω της τοξικότητάς του που τον καθιστά άκρως επικίνδυνο για ανθρώπινη κατανάλωση. Ο λαγοκέφαλος πρωτοεντοπίστηκε στη Μεσόγειο μόλις το 2003, 134 χρόνια μετά τη διάνοιξη
της διώρυγας του Σουέζ, και οι πληθυσμοί του αυξήθηκαν ρα-γδαία, εν μέρει λόγω του ότι έχει ελάχιστους και ευκαιριακούς θηρευτές. Η επέκταση του είδους έχει ήδη καταγραφεί στην Αδριατική, την Ιταλία, τη Μάλτα και Γαλλία, ενώ έχει ξεπεράσει και τα όρια της Μεσογείου φτάνοντας μέχρι το Πράσινο
Ακρωτήρι.
Με άλλα λόγια, οι μεταβολές που έφερε η επαναχωροθέτηση, μια διεργασία που ξεκίνησε στην Κύπρο από τη δεκαετία του 1760, είχαν μακροπρόθεσμες, πολυπεπίπεδες και κυρίως απρόβλεπτες εκφάνσεις σε διάφορες ιστορικές και γεωγραφικές κλίμακες τόσο σε ό,τι αφορά το διανοητικό σύμπαν των ανθρώπινων δρώντων υποκειμένων, τις κοινωνίες και τις οικονομίες που αυτά συγκροτούν, τις πολιτικές τους κοινότητες, όσο και το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν και με το οποίο έχουν μια σχέση αλληλεπίδρασης, αλλά και αλληλεξάρτησης που ξεπερνά τις εμπρόθετες δράσεις τους».
#Λαγοκέφαλος